ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΚΑΙ ΩΡΑΙΟΣ, ΩΣ ΕΛΛΗΝ!

Ο θάνατος του κορυφαίου στιχουργού και ποιητή Μάνου Ελευθερίου συνέπεσε με τα τραγικά γεγονότα των ημερών και το έργο και η προσφορά  του δεν αποτιμήθηκαν στον βαθμό που τους αρμόζει… 

Επισυνάπτουμε το κείμενο της ομιλίας του Λάμπρου Λιάβα, στο πλαίσιο μιας τιμητικής εκδήλωσης για τα 40χρονα του Mάνου Ελευθερίου στο ελληνικό τραγούδι, που οργανώθηκε τον Ιούνιο του 2005 στο Μουσείο Ελληνικών Λαϊκών Μουσικών Οργάνων Φοίβου Ανωγειανάκη.

 

ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΚΑΙ ΩΡΑΙΟΣ, ΩΣ ΕΛΛΗΝ!

Ομιλία του Λάμπρου Λιάβα για τον Μάνο Ελευθερίου
σε τιμητική εκδήλωση για τα 40 χρόνια του στο τραγούδι
στο Μουσείο Λαϊκών Οργάνων – Ιούνιος 2005

Είναι μεγάλη τιμή και χαρά για το Μουσείο Λαϊκών Οργάνων να υποδέχεται απόψε σ’ αυτόν τον χώρο τη γιορτή αγάπης για τον Μάνο Ελευθερίου. Στην αυλή αυτού του πλακιώτικου σπιτιού, όπου βρισκόταν η πρώτη στέγη που απέκτησε στην Αθήνα ο Στρατηγός Μακρυγιάννης και κατόπιν το αρχοντικό του Γεωργίου Λασσάνη, που υπήρξε κι αυτός ήρωας της Επανάστασης και συνάμα σπουδαίος λόγιος και συγγραφέας. Ενώ, στις μέρες μας, στεγάζει τη συλλογή και το όραμα του Φοίβου Ανωγειανάκη για ένα «ζωντανό μουσείο» λαϊκών οργάνων κι ένα κέντρο έρευνας για την ελληνική μουσική παράδοση.

Ένας χώρος όπως και τα τραγούδια και το όλο έργο του Μ.Ε. Φορτισμένα με την ενέργεια και τις ευλαβικές μνήμες του χθες. Μνήμες που «πάσχουν» για να ενδυναμώσουν το σήμερα και που δεν παραιτούνται από την ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον, έστω κι αν «γύρισε καπάκι η ζωή σε τούτο τον αιώνα» και η μοίρα και τα χρόνια φιμώνουν ή κι εξοντώνουν τους ποιητές και κάνουν τα τραγούδια «ξερά ποτάμια, λες και δεν έχουν αίμα κι αυτά».

Ομολογώ ότι αισθάνθηκα αμηχανία διαβάζοντας στο κείμενο της πρόσκλησης τη φράση ότι καλούμαστε να μιλήσουμε για τον «μύθο» του Μ.Ε. Και μάλιστα όταν αυτή η προσωπική μου αναφορά έρχεται μετά από τους εκλεκτούς ομοτέχνους-του οι οποίοι κατέθεσαν, ο καθένας με τη δική του ευαισθησία, τον γνήσιο σεβασμό τους, καρπό αγάπης και γνώσης για το έργο του που έχει καταξιωθεί πλέον ως «κλασικό»-σημείο αναφοράς για τις επόμενες γενιές.

Πράγματι, ο Μ.Ε επί 40 χρόνια έχτισε κι απέχτησε το «μύθο» του με στοχασμούς… γλυκόπικρους, σε υπόγειους δρόμους και μονοπάτια επικίνδυνα, ακόμη και στα «ερεβώδη παρασκήνια της συντεχνίας» (όπως τα αποκαλεί), παντού όπου «φαρμακωμένος ο καιρός παραμονεύει».

«Δαιμόνιος» ποιητής, πεζογράφος και στιχουργός, συστηματικός ερευνητής και συλλέκτης, μαχητικός σχολιαστής στον ημερήσιο και στον περιοδικό τύπο, φιλική φωνή στα ερτζιανά, τελειομανής επιμελητής εκδόσεων, ακόμη κι ευαίσθητος εικαστικός δημιουργός με τα ιδιοφυή κολλάζ που κοσμούν κάποια έργα του.

Πώς μπορεί ένας μελετητής της ελληνικής μουσικής να επιχειρήσει να προσεγγίσει όλη αυτή την «προσωπική μυθολογία», να εξηγήσει τα σύμβολα και την ιδεολογία του «μύθου», να δοκιμάσει ν’ αφαιρέσει τα εισαγωγικά, κρατώντας αποστάσεις τόσο από το φολκλόρ όσο και από την αγιογραφία;

Καθώς οι λέξεις έχασαν πια το ειδικό τους βάρος και η λέξη «μύθος» έγινε…myth και σύνθημα διαφημιστικής εκστρατείας (Live your myth in Greece!..), από μια Πολιτεία που πρόσφατα «γκρέμισε τα τείχη της» για να υποδεχτεί ως «σύγχρονους μουσικούς πρεσβευτές του Ελληνισμού» τους Number One νικητές της Γιουροβίζιον!. .

Όμως, σε πείσμα όλων αυτών, ακόμη και με τους «μεταμοντέρνους» όρους, ο Μ.Ε. εξακολουθεί να διατηρεί τον «μύθο» του…number 1!

Είναι πάντοτε…delicious,  με αυτό το μοναδικό «χαμόγελο της Τζοκόντα» που σκάει συχνά στα χείλη του, διφορούμενο, αυτοσαρκαστικό και γλυκύτατο μαζί. Είναι…capricious, με όλα τα…«καπρίτσια» και στα σκαμπανεβάσματα που του επιφυλάσσει ο «δαίμονας της τέχνης του», όπως τον αποκαλεί. Ο δαίμονας που, καθώς λέει, «τον αναγκάζει να σηκώνει και να χρεώνεται όχι μόνον τ’ αδιέξοδα και τις αμαρτίες των άλλων αλλά, συνάμα, και τις…ηλιθιότητες που κουβαλούν!»

Γι’ αυτό και καταλήγει να γίνεται και…vicious (!), γιατί τα «δηλητήρια και ο δαίμονας της τέχνης πάντα τιμωρούν  και εξασκούν το σώμα στον πόνο ώστε να εξαγνίζεται η ψυχή».

Εξ ου και τα τραγούδια του παραμένουν «πάντων των θλιβομένων η χαρά» και ο Μάνος, όσο κι αν ισχυρίζεται το αντίθετο, ελπίζει ότι «ο κόσμος κάποτε θα γίνει καλύτερος, γράφοντας τραγούδια με τον δικό του τρόπο και μη αναφέροντας ποτέ τη μοιραία λέξη: σ’ αγαπώ!» Και παραπέμπει στον Μποντλέρ: «Πες μου τη λέξη που επανέρχεται σ’ έναν ποιητή, που τον πονάει, για να σου πω τι τον βασανίζει».

Στους στίχους και στα κείμενα του Μ.Ε, λοιπόν, επανέρχονται συνεχώς αυτά που τον στοιχειώνουν: ο δαίμονας και τα δηλητήρια της τέχνης, το άδικο και το κρίμα, ο αγώνας και το γονάτισμα, το γυαλί και το μαχαίρι, το μάτωμα, κυρίως το μάτωμα! («Αυτά τα ποιήματα έφτυσε αίμα να τα γράψει/ του καίγονταν τα χέρια μόλις τ’ άγγιζε … Σε μια πατρίδα γονατισμένη/ με τόσα ερείπια αισθήματα/ τόση σπατάλη σε όρκους και υποσχέσεις/ σε ξεπεσμούς ανθρώπων που λογάριασες/ ένα κομμάτι γυαλί σπασμένο είναι η γλώσσα μου/ ό,τι πει ματώνει»).

Κι όμως, «φτύνει αίμα και…λάμπει»(!), γιατί δε δίστασε ποτέ να πληρώσει το τίμημα των επιλογών του και γνωρίζει καλά ότι «κανένας δεν περνά στην αθανασία χωρίς να ματώσει».

Ασθενής των αναμνήσεων, «παλεύει με τις λέξεις όπως οι άρρωστοι με τα σεντόνια» (γιατί «είναι αρρώστια τα τραγούδια»). Ακροβάτης ανάμεσα στη νοσταλγία και το πένθος, «μαζεύει τα λόγια από τους δρόμους σαν αποτσίγαρα».

Κι όλο ελπίζει πως θα συνομιλήσει κάποτε με τους Αγγέλους, που κι αυτοί επανέρχονται περιπολώντας στου Παράδεισου τις πύλες, με «τραγούδια αγιασμένα πια» των δασκάλων και των φίλων που έφυγαν. Άγγελοι που τους αποτύπωσε, ήδη από τη δεκαετία του 70, στο εξώφυλλο του «΄Αγιου Φεβρουάριου», σ’ αυτό το υπέροχο κολλάζ του Αγγέλου με το ρολόι του Τζίμι Χέντριξ και τη σφυρίχτρα στο λαιμό!.. «Και  με τους Αγγέλους οδοιπόρησε», λοιπόν, και πολλοί από τους Αγίους του «υπαγόρευσαν σεβαστικά/ και τι και πώς θα γράψει/ και στην Κόλαση περπάτησε να βρει την κάθε λέξη…μια-μια ώσπου να φτιάξει περιδέραιο».

Σαράντα χρόνια δίπλα σε κορυφαίους δημιουργούς του ελληνικού τραγουδιού: Θεοδωράκης, Χατζιδάκις, Ξαρχάκος Κουγιουμτζής, Μαρκόπουλος, Λεοντής, Μούτσης, Σπανός, Δημητρίου, Κηλαηδόνης, Μικρούτσικος, Ανδριόπουλος, Νικολόπουλος… Κι από κοντά σχεδόν όλοι οι επιφανείς τραγουδιστές!… Εντός, εκτός κι επί τα αυτά, συνοδοιπόρος και συμμέτοχος στην περιπέτεια του ελληνικού τραγουδιού, αλλά και, παράλληλα, αναλυτής και κριτής αμείλικτος του συστήματος. Με εφόδια πολύτιμα τη αστική του καταγωγή, την αστική του αγωγή και την αστική του παιδεία, προνόμια σπάνια πλέον στις μέρες μας, ιδίως για πολλούς από τους νεότερους εκπροσώπους του ελληνικού τραγουδιού, με τις γνωστές συνέπειες του…«νεοπλουτισμού».

Σεμνός αλλά έντονος, διακριτικός αλλά παρών, ασκητικός αλλά όχι αναχωρητής, μάστορας του λόγου με διαίσθηση και γνώση παλαιού κτίστη. Πατάει γερά γιατί έχει αφομοιώσει τα διδάγματα απ’ το δημοτικό τραγούδι και τη βυζαντινή ποίηση, έχει σπουδάσει αυτούς που προηγήθηκαν, ποιητές και στιχουργούς, κι αξιώθηκε να του παραδώσουν τη σκυτάλη ο Σεφέρης, ο Ελύτης και ο Γκάτσος.

Γι’ αυτό κι έχει πλήρη συνείδηση για τη διαφορά ανάμεσα στην ποίηση και τη στιχουργική. Είναι, «η διαφορά μεταξύ της γλυπτικής σε μάρμαρο και σε ξύλο. Άλλα εργαλεία χρησιμοποιείς για τη μια δουλειά κι άλλα τελείως για την άλλη. Όμως ο τεχνίτης παραμένει ο ίδιος!..»

Και δεν έχει άλλο στο νου του «πάρεξ ελευθερία και γλώσσα» ώστε να ιστορήσει στον αιώνα του τι είδε. Με τρόπο θεατρικό (για να μη ξεχνάμε άλλωστε και τις θεατρικές του καταβολές και σπουδές) στα τρίλεπτα μονόπρακτα που αποτελούν πολλά από τα τραγούδια του. Και σίγουρα επιβάλλεται κάποτε μια φιλολογική μελέτη που θα επιχειρήσει και για τα δικά του στιχουργήματα μιαν ανάλυση σαν αυτήν που έκανε ο ίδιος, με βαθιά γνώση κι ευαισθησία, για τον «Γιάννη τον φονιά» του φίλου του Νίκου Γκάτσου.

Στη 40χρονη πορεία του ο Μ.Ε. κέρδισε φίλους πολύτιμους, που οι νεότεροι έχουν τα λόγια του Ευαγγέλιο, αλλά κι εχθρούς «που τα κρατούν σαν…εξαπτέρυγα!» Όμως αυτός δεν ασχολείται με τους «αδιάφορους προκρίτους και δημογέροντες», ενώ αποδέχεται ευγενικά μεν αλλά με συγκατάβαση τους επαίνους του Δήμου και των σοφιστών. Περιφρονεί τις «φάρες των ψευτολόγιων κι απατημένων, που γεράσανε μη ξέροντας τί γλώσσα έχει ο καημός κι ο δεκαπεντασύλλαβος», ενώ συμπονά «τους αγράμματους της μουσικής και της αγάπης».

Σε μιαν «εποχή άδικη κι αχάριστη πατρίδα», έχοντας βιώσει μιαν «επαρχία άραχλη που τρώει τις σάρκες της κι αυτούς που καθημερινά φαρμάκι πίνουν όρθιοι να σταθούν», συχνά νιώθει «σαν να περιπολεί ανάμεσα σε ναρκοπέδιο…Τί να σώσει και τί να πει ο ποιητής σ’ εποχές ατιμίας;» Όταν «στα υπόγεια, ζάρια τους αιώνες παιχνίδι παίζουν οι αργυραμοιβοί…κι άνθρωποι ασήμαντοι αυτοσχεδιάζουν και κυριεύουν».

«Όταν οι άλλοι μίλαγαν για μπάμιες κι έκαναν σουξέ, εγώ μίλαγα για ληστές κι επαναστάτες» είπε κάποτε, έχοντας πλήρη συνείδηση και των επιλογών και του τιμήματος. Δεν έκρυψε άλλωστε τον «εξευτελισμό που τραβάει κανείς για να του κάνουν ένα τραγούδι». Βίωσε την «άγνοια των υπευθύνων και τον πανικό που πιάνει κάθε μέτριο όταν του δίνουν εξουσία». Γνώρισε «αυτούς που βάζουν στη θέση της καρδιάς το κεφάλι και τα χέρια στη θέση των ποδιών».

Όμως «ο ποιητής έχει τον δικό του τρόπο να εξαργυρώνει την ατιμία των ανθρώπων». Έχει συγκατάβαση ακόμη και γι’ αυτούς που, «ενώ ο ίδιος έσκαψε τη γη, φύτεψε το δέντρο και περίμενε χρόνια να κάνει καρπό, τον σπρώχνουν παράμερα και βγαίνουν φωτογραφία με το δέντρο», «…σαν τραγουδιστές της όπερας λίγο πριν βγούνε στη σκηνή να θριαμβεύσουν», και πουλάνε τον καρπό στα παζάρια του κόσμου!..

Μα αυτός ξέρει καλά ότι «η αξία και η δόξα δεν κλέβονται» και «υποψιασμένος, χρόνια στην ίδια θέση, επειδή γνωρίζει καλύτερα τα πιο σπουδαία μυστικά της τέχνης και της μουσικής, χαμογελά κουνώντας το κεφάλι του…συχνά με λύπη».

«Δεν έχει έχθρα γι’ αυτούς που τον κυνήγησαν, πίνει κολόνιες τα βράδια και ξεχνάει». Ξεχνάει την πόλη του ξεπεσμένου Ελληνισμού όπου ζει, εδώ «όπου ο κόσμος έχασε την τάξη του». Αφήνει τις «πατρίδες που έγιναν κομπάρσοι» και ξαναγυρνά στις «ασημένιες εποχές… ξυπνάει καμιά φορά μες στην Κωνσταντινούπολη», κρατώντας το «άλμπουμ με δικέφαλο αϊτό  και γράμματα μ’ ευχές κι αφιερώσεις…»

Ωστόσο θλίβεται, γιατί «ο πόνος ο ελληνικός δεν έχει τέλος». Γιατί «ήλπιζε πως όλα θα ‘ρχονταν αλλιώς/ κι αλλιώς η ελληνική φυλή θα προχωρούσε».

Όμως, παρηγοριά «στα χρόνια της μεγάλης αυταπάτης» παραμένει το «ν’ αξιωθούμε να μιλάμε κι εμείς ελληνικά/ ανασύροντας λέξεις κι αισθήματα απ’ τα σκουπίδια…λόγια γλυκά κι απλά». Σε τραγούδια-κιβωτούς για τη μνήμη και τ’ όνειρο («με ποιά τραγούδια να σε θυμάμαι, σαν θέλω να σ’ ονειρευτώ;»), σε τραγούδια «αναμμένα κάρβουνα, μ’ αίμα και καρδιά» που φτιάχνονται από έναν μάστορα -μαΐστορα και μαέστρο- που «φτύνει αίμα και νηστεύει πριν ιστορήσει το μαρτύριο του ανθρώπου».

Ο Καμύ λέει ότι πρέπει να φανταστούμε τον Σίσυφο ευτυχισμένο. Το ίδιο ισχύει, νομίζω, και για  τον Μ.Ε.!.. «Βγαίνοντας από τον μεσαίωνα του σώματος του», σώζει τελικά την ψυχή του «μες στα τείχη που έχει χτίσει για να ζήσει τις μεγάλες του στιγμές», καθώς –όπως λέει σ’ ένα από τα παραμύθια που έγραψε, ανακαλώντας την παιδική του μυθολογία- «το κλουβί δεν μπορεί να φυλακιστεί! Το κλουβί δεν μπαίνει σε…κλουβί!»

΄Ετσι, συνεχίζει ελεύθερος και γι’ αυτό και είναι ωραίος, «ωραίος ως ΄Ελλην». Κι εξακολουθεί να κρύβει «μαλαματένια λόγια στο χορτάρι» για να τα βρουν οι επόμενες γενιές, όπως τα παιδιά του Δημοτικού Σχολείου της ΄Ανω Σύρου που ετοίμασαν ένα «μουσικό ταξίδι» με τα τραγούδια του, στο προαύλιο κάτω απ’ τη σκιά του Βαμβακάρη.

«Ο Μ.Ε. είναι ο καθρέφτης ενός συριανού σπιτιού μονάχου στο βοριά» γράφουν οι μαθητές στην πρόσκληση. Κι όταν ρώτησα το παιδί που μου την έδωσε, μόλις χθες το απόγευμα στην πλατεία της Ερμούπολης, αν ξέρει ποιός είναι ο Μ.Ε., αυτό με κοίταξε έντονα κι απάντησε: «Μα, φυσικά, είναι ο δικός μας ποιητής!..» (τονίζοντας το «δικός μας» και το «ποιητής», σαν να μου αντιγύριζε κοροϊδευτικά την ερώτηση: «εσείς έχετε έναν ποιητή…δικό σας;»)

Για να πληρωθεί το ρηθέν υπό Μ.Ε του…Προφήτου ότι η ελπίδα δεν έχει απωλεσθεί, αλλά την ξαναβρίσκουμε στα μάτια ενός παιδιού «που αυτοσχεδιάζει το μέλλον του, χωρίς να φοβάται…» Και στη γενναιότητα των καθημερινών ανθρώπων-αγγέλων, που εξακολουθούν να «ψέλνουνε κάτι τραγούδια αγιασμένα πια και να βάζουν στην ψυχή τους ανθρώπινες φωνές».

Όπως είναι η φωνή του «δικού μας ποιητή», του σπουδαίου κι αγαπημένου Μάνου Ελευθερίου!

2/6/2005

ΠΡΟΝΟΜΙΑ
Bonus Karte
Αγγελίες