Διατροφή και οστεοπόρωση

Διατροφή και οστεοπόρωση

Η οστεοπόρωση είναι μία από τις συχνότερες νόσους που ταλαιπωρούν σήμερα την ανθρωπότητα και εξ αιτίας της συχνότητός της, έχει συμπεριληφθεί από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, στις 10 σπουδαιότερες ασθένειες. Διακρίνεται σε πρωτοπαθή όταν δεν οφείλεται στην ύπαρξη κάποιας άλλης νόσου και δευτεροπαθή όταν οφείλεται στην ύπαρξη κάποιας άλλης νόσου, όπως υπερκορτιζολαιμίας, υπερπαραθυρεοειδισμού, υπερθυρεοειδισμού, μακροχρόνια λήψη κορτιζόνης ή κάποιων άλλων φαρμάκων, κ.ά. Το 95%  των περιπτώσεων είναι περιπτώσεις πρωτοπαθούς οστεοπορώσεως, ενώ το 80% αφορά τις γυναίκες. Υπολογίζεται ότι 30% των γυναικών μετά την εμμηνόπαυση, πάσχουν από οστεοπόρωση.

Όπως δηλώνει και η λέξη οστεοπόρωση (=οστούν + πόρος) στην οστεοπόρωση αλλοιώνονται τα χαρακτηριστικά των οστών, τα οποία χάνουν σε οστική μάζα, καθιστάμενα έτσι εύθραυστα. Οι ασθενείς εμφανίζουν σκελετικούς πόνους και σε μεγάλο ποσοστό παθολογικά κατάγματα των οστών, κυρίως στους σπονδύλους, στά μακρά οστά του μηρού και του βραχίονα, αλλά και της λεκάνης.

Στα οστά βρίσκεται συνεχώς σε εξέλιξη μία αναβολική δια των οστεοβλαστών και μία καταβολική δια των οστεοκλαστών διεργασία. Στην παιδική και νεαρά ηλικία υπερτερεί η οστεοπλαστική διεργασία και έτσι στην ηλικία των 30 ετών περίπου, η οστική μάζα έχει πλήρως σχηματισθεί. Από την ηλικία αυτή αρχίζει να επικρατεί η απώλεια οστικής μάζας και στις γυναίκες αλλά και στους άνδρες. Κάθε χρόνο τα οστά χάνουν περίπου 0,5 % της μάζας τους. Στις γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση έχουμε μεγαλύτερη απώλεια, με αποτέλεσμα να αυξάνεται ο κίνδυνος εμφανίσεως καταγμάτων. Στην οστεοπόρωση αντιθέτως προς την οστεομαλακία, δεν συμβαίνει μόνο απώλεια ανοργάνων αλάτων, αλλά χάνονται και οργανικές ίνες.

Η μεταβολικές αυτές διεργασίες των οστών επηρεάζονται από πολλούς παράγοντες, τόσον ενδογενείς όσο και εξωγενείς.

Εκτός από τα ορμονικά αίτια, στην διατήρηση της οστικής μάζας, μεγάλο ρόλο παίζουν διατροφικοί παράγοντες όπως η  ελαττωμένη πρόσληψη βιταμίνης D και ασβεστίου, καθώς και η έλλειψη κινήσεως.

Σε ότι αφορά το ασβέστιο, τα οστά περιέχουν το 99 % του συνολικού ασβεστίου του οργανισμού. Επαρκής πρόσληψη ασβεστίου μέσω των τροφών κατά την νεαρά ηλικία, έχει σαν αποτέλεσμα το σχηματισμό δυνατών οστών με υψηλή οστική μάζα. Σε άτομα μεγαλυτέραες ηλικίας όπου επικρατεί η καταβολική διεργασία, η επαρκής πρόσληψη ασβεστίου συμβάλει στο να επιβραδύνεται ο ρυθμός απωλείας οστικής μάζας.

Η έλλειψη βιταμίνης D ελαττώνει τη στάθμη του ασβεστίου στο αίμα διότι ελαττώνει την απορρόφηση του ασβεστίου των τροφών από το έντερο και έτσι η πρόσληψη των αναγκαίων ποσοτήτων βιταμίνης D δια των τροφών, είναι βασικής σημασίας για τον μεταβολισμό των οστών. Το μεγαλύτερο μέρος της Βιταμίνης D σχηματίζεται στο δέρμα με την επίδραση του ηλιακού φωτός, και ως εκ τούτου στις χώρες που δεν υπάρχει αρκετή ηλιοφάνεια, το ποσοστό οστεοπορώσεως είναι αυξημένο. Η εμφάνιση οστεοπορώσεως ευνοείται επίσης από την μεγάλη περιεκτικότητα των τροφών σε φυτικές ίνες, σε οξαλικά και σε πρωτεΐνη, καθώς επίσης και από το κάπνισμα και την κατανάλωση αλκοόλ.

Η έλλειψη κινήσεως ευνοεί την εμφάνιση οστεοπορώσεως και δεν αντιμετωπίζεται με αυξημένη προσφορά ασβεστίου, ενώ είναι τεκμηριωμένο, ότι και η παχυσαρκία παίζει έναν πολύ μεγάλο ρόλο.

Η διάγνωση γίνεται εύκολα και έγκαιρα με την μέτρηση της οστικής πυκνότητος. Λόγω της μεγάλης συχνότητός της νόσου, θα πρέπει κάθε γυναίκα μετά την εμμηνόπαυση, να θεωρεί σαν σίγουρο, ότι στον οργανισμό της βρίσκεται σε εξέλιξη η οστεοπορωτική διαδικασία και να λαμβάνει μέτρα προληπτικής θεραπείας, πριν ακόμη η νόσος φθάσει στο σημείο να είναι μετρήσιμη.

Η θεραπεία της οστεοπορώσεως περιλαμβάνει φαρμακευτική αγωγή, αλλά και κατάλληλη διατροφική αγωγή που είναι σε βασικές γραμμές η ίδια που ισχύει και για την πρόληψη της οστεοπορώσεως.

Η πρόληψη πρέπει να αρχίζει από την νεαρά ηλικία. Επαρκής άθληση και αποφυγή αναπτύξεως παχυσαρκίας κατά την νεαρά ηλικία, ενώ κατά την ενήλικο ζωή, επαρκής κίνηση και καταπολέμηση τυχόν υφισταμένης παχυσαρκίας.

Η τροφή δεν πρέπει να περιέχει μεγάλες ποσότητες πρωτεϊνών, αλλά ούτε και φυτικών ινών. Αποφυγή καπνίσματος και αποφυγή καταναλώσεως αλκοολούχων ποτών, όπου δεν πρέπει να ξεχνούμε τον σοφό κανόνα: “πάν μέτρον άριστον”.

Το βασικότερο όμως σημείο που λαμβάνεται υπόψη για την πρόληψη και την θεραπεία της οστεοπορώσεως, είναι η δια της τροφής υπερκάλυψη των ημερησίων αναγκών σε ασβέστιο και βιταμίνη D. Η ημερήσιες ανάγκες για το ασβέστιο ανέρχονται σε 1000  mg για την προεμμηνοπαυσιακή περίοδο και 1500 mg για την μεταεμμηνοπαυσιακή. Οι ημερήσιες ανάγκες σε βιταμίνη  D ανέρχονται σε 800 – 1000 διεθνείς μονάδες. Η βιταμίνη D που ανήκει στις λιποδιαλυτές βιταμίνες, βρίσκεται στα λίπη των τροφών και είναι πλούσια στα αυγά, στα λιπαρά ψάρια, στο κρέας, καθώς επίσης στα έλαια, κ. α.

Κύρια πηγή προσλήψεως ασβεστίου είναι τα γαλακτοκομικά προϊόντα, κυρίως το γάλα και το σκληρό τυρί με ελαττωμένη περιεκτικότητα σε λιπαρά. Η κατανάλωση γαλακτοκομικών προϊόντων πρέπει να είναι καθημερινή και σε επαρκείς ποσότητες. Αντίθετα πρέπει να αποφεύγεται το πράσινο τσάι, η σοκολάτα, το πολύ σπανάκι καθώς επίσης και η υπερβολική πρόσληψη πρωτεινών.

About Author