ΤΑ ΠΗΡΑΜΕ ΤΑ ΓΙΑΝΝΕΝΑ

ΤΑ ΠΗΡΑΜΕ ΤΑ ΓΙΑΝΝΕΝΑ
102 χρόνια από την απελευθέρωση των Ιωαννίνων
Οπτικές μιας εποποιίας μέσα από αφηγήσεις

benekos_02

Δρ. Δημήτριος Μπενέκος Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας Λαικός Πολιτισμός και εκπαίδευση

Η αναφορά και η αποσαφήνιση των γεγονότων  ως και των πολιτικών συσχετισμών που οδήγησαν στην απελευθέρωση των Ιωαννίνων στις 21 Φεβρουαρίου του 1913 αποτελούν βασικό θέμα έρευνας, όχι μόνο της νεότερης ηπειρωτικής ιστορίας αλλά και της ευρύτερης ελληνικής, βαλκανικής και γενικότερα της ευρωπαϊκής ιστορίας, επειδή οι πληροφορίες των αποφασιστικής σημασίας στρατιωτικών επιχειρήσεων εκείνων των ημερών αντλούνται από πολεμικές εκθέσεις και αρχεία, από στρατιωτικές πηγές, από επιτελικούς χάρτες και ανακοινωθέντα, ρεπορτάζ ξένων και ελλήνων πολεμικών ανταποκριτών, πολεμικά ημερολόγια που σκιαγραφούν άμεσα και με παραστατικότητα γεγονότα της καθημερινότητας, μαρτυρίες αυτοπτών μαρτύρων (των μπιζανομάχων),   επιστολές στρατιωτών με περιγραφές σκηνών από τις μάχες και αναφορές στις αντίξοες συνθήκες που επικρατούσαν στο Μπιζάνι, καθώς και έγγραφα ξένων διπλωματών που υπηρετούσαν την εποχή εκείνη στα Ιωάννινα ή βρέθηκαν εκεί ως παρατηρητές των κυβερνήσεών τους.

Οι τιμητικές εκδηλώσεις και οι επετειακές αναφορές που οργανώνονται σε όλον τον κόσμο από ηπειρωτικούς συλλόγους, προσφέρονται για ενίσχυση και διάσωση της ιστορικής μνήμης, για σύσφιξη της κοινωνικής συνοχής και δημιουργία της απαραίτητης αίσθησης ότι είμαστε μέλη μιας κοινότητας, που έχει αρχή και έχει και συνέχεια, όπως εύστοχα διατύπωσε ο ποιητής Γ. Σεφέρης: «Είναι μικρός ο τόπος μας, αλλά η παράδοσή του είναι τεράστια και το πράγμα που τη χαρακτηρίζει είναι το ότι μας παραδόθηκε χωρίς διακοπή».

Οι επιχειρήσεις του ελληνικού στρατού στην Ήπειρο, που άρχισαν τον Οκτώβριο του 1912 είχαν ως αντικειμενικό σκοπό την απελευθέρωση των Ιωαννίνων, της πέμπτης πιο καλά οχυρωμένης πόλης του κόσμου, γεγονός που έκανε τον τούρκο στρατάρχη Σεφτίκ πασά να δηλώσει κομπάζοντας στους δημοσιογράφους των ευρωπαϊκών εφημερίδων «όλοι οι στρατοί των βαλκανικών χωρών να συγκεντρωθούν δεν θα μπορέσουν να καταλάβουν τα Ιωάννινα».

   Η απελευθέρωση των Ιωαννίνων, όμως, είναι συνδεδεμένη με το οχυρό  που λέγεται Μπιζάνι, μια “φύσει” και “θέσει” ισχυρή αμυντική τοποθεσία, ένα απροσπέλαστο περιχαρακωμένο φυσικό φρούριο σε σειρά λόφων και υψωμάτων. Και οι λόφοι του Μπιζανίου ήταν οχυρωμένοι με σύγχρονα πυροβολεία χωμένα στο βουνό, από τα οποία φαινόταν μόνο οι λάμψεις των τηλεβόλων όταν κανονιοβολούσαν, κατά τα άλλα ήταν αόρατα από τις επιχωματώσεις, τα βράχια και τους θάμνους που τα κάλυπταν. Ήταν τόπος θανάτου και, όπως έλεγαν οι μπιζανομάχοι, «όποιος έμπαινε εκεί δεν έβγαινε ζωντανός».

Για να αντιληφθούμε το μέγεθος των ηρωικών προσπαθειών του ελληνικού στρατού θα αφήσουμε μόνο  αυτόπτες μάρτυρες να μας αφηγηθούν ο καθένας με τον τρόπο του μια οπτική της εποποιίας για την κατάληψη των Ιωαννίνων.

Ο αμερικανός εθελοντής συνταγματάρχης Τόμας Χάτσισον μόλις αντίκρισε το Μπιζάνι το περιέγραψε με το οξυδερκές μάτι του στρατιωτικού: «… από τη στιγμή που είδα αυτά τα οχυρά με τις οροσειρές σε κάθε πλευρά και την πλατιά άδενδρη πεδιάδα μπροστά μας, ήξερα τότε, ότι ήταν το Γιβραλτάρ της Τουρκίας στην Ευρώπη και ότι ο ελληνικός στρατός θα έχανε χιλιάδες άνδρες και θα ξόδευε χιλιάδες δολάρια και θα έπαιρνε μήνες για να τα καταλάβει ή να τα καταστρέψει. …»

Ο Γιαννιώτης Κωνσταντίνος Τσιάνος, εθελοντής από την Αμερική, θυμάται: «Το 1912 ήρθαμε από τη Φιλαδέλφεια της Αμερικής 225 νέοι, κυρίως από την Ήπειρο και Μακεδονία και ως εθελοντές λάβαμε μέρος στις επιχειρήσεις στο Μπιζάνι. Στη Φιλαδέλφεια ο κόσμος έβγαινε στα παράθυρα και μας χαιρετούσε… Στη Νεάπολη της Ιταλίας μας έγινε επίσημη υποδοχή με μουσική από τους Ιταλούς. Στον Πειραιά μας υποδέχτηκαν με τιμές και στη Φιλιππιάδα ενσωματωθήκαμε στον ελληνικό στρατό. Το τουρκικό πυροβολικό από το Μπιζάνι μας προξένησε σοβαρές απώλειες. Το χιόνι ήταν πολύ και το κρύο τσουχτερό. Παίρναμε για συσσίτιο 11 σπυριά ελιές και μία ρέγκα. Δεν είχαμε ούτε νερό… Λιώναμε το χιόνι και πίναμε…»

Ο Γιανννιώτης της εποχής εκείνης Αθανάσιος Τσεκούρας γράφει:  «Έτσι την έλεγαν τότε: ‘Σκύλλα’! Και δεν ήταν το συμπαθητικό σπιτίσιο ζωντανό, που ξέρουμε όλοι. Ούτε η Σκύλλα που λέει ο παλιός μύθος, το τέρας με τα δώδεκα ποδάρια και τα έξι κεφάλια. Δεν τους έμοιαζε σε τίποτα. Δεν είχε σώμα σαν και εκείνα. Ήταν άσαρκη. Έτρωγε όμως σάρκες όπως και εκείνες. Δεν είχε ούτε ψυχή. Ήταν άψυχη, κατάκρυα, παγερή. Έστελνε όμως αράδα ανθρώπινες ψυχές στον άλλο κόσμο. Δεν αλύχταγε σαν τις σκύλες τις γνωστές μας. Μονάχα μούγκριζε σαν μπουμπουνητό και ξέρναγε φωτιά και καυτό σίδερο, που έκανε στάχτη αυτόν που θα τολμούσε να ζυγώσει τη φωλιά της. Η Σκύλλα η Μπιζανίτικη δεν ήταν ζωντανό. Ήταν τόπος οχυρωμένος με όπλο πολεμικό. Ήταν κανόνι.  Και δεν ήταν ένα. Ήταν πολλά! Κι όλα τους ταχυβόλα, τα πιο τέλεια κανόνια της εποχής… Και την είχαν κρυμμένη αριστοτεχνικά… Αγνάντευε απ’ τη φωλιά της σχεδόν όλο το αριστερό του μπιζανίτικου τοπίου. Τ’ αγνάντευε και το φύλαγε. Μύτη δεν μπορούσε να σκάσει προς τα κει. Το ‘βλεπε η Σκύλλα και το κομμάτιαζε αλύπητα. …Και η κρυψώνα της – άγνωστο πού – καλά κουκουλωμένη και απλησίαστη σε μάτι και σε κιάλι, της έδινε τη δύναμη να σκοτώνει, χωρίς να σκοτώνεται. Να εξολοθρεύει, χωρίς να εξολοθρεύεται. Να βλέπει και να σκορπά τον θάνατο, χωρίς να βλέπεται. Χάρη σ’ αυτά τα όπλα της έφαγε πολλά ελληνικά κορμιά η Σκύλλα στο Μπιζάνι το 1912-13… Πολύ σωστά και ταιριαστά την βάφτισαν Σκύλλα. Ο νουνός της …δεν ήταν ένας. Ήταν πολλοί. Ήταν όλοι οι μαχητές του Μπιζανιού. Από φαντάρο ίσαμε στρατηγό και αρχιστράτηγο. Και εμείς οι σκλάβοι Σκύλλα τη λέγαμε. Και οι Τούρκοι, έτσι την έλεγαν. … Τώρα, με το σχεδιάγραμμα του Νικολάκη εφέντη έγινε γνωστή η κρυψώνα της και δεν έλειπε παρά το χτύπημά της από τα δικά μας κανόνια για να φαγωθεί και αυτή. Και φαγώθηκε…. Η φωλιά της Σκύλλας χτυπιέται αλύπητα. Γίνεται στάχτη. Η Σκύλλα παραλύει, βουβαίνεται. Με το φάγωμα της Σκύλλας το Μπιζάνι μπορεί να πλευροκοπηθεί, να πέσει. Ο δρόμος για τα Γιάννενα ανοίγεται πλατύς…»

Ο αμερικανός συνταγματάρχης Χάτσισον που βρέθηκε κάτω από τον καταιγισμό των πυρών του πυροβολικού γράφει: «Τα κανόνια του Μπιζανίου άρχισαν και η μία οβίδα μετά την άλλη έπεφταν γύρω μας και πάνω μας και σε κάθε πλευρά κατά εκατοντάδες. Η έκρηξη των οβίδων και οι κρότοι από τα όπλα φαινόταν σαν να είχε ανοίξει η κόλαση και όλη την ημέρα εκείνο το χαλάζι από σιδερικά συνεχίζονταν…»

Και, τέλος, η Hélène Leune, σύζυγος του Jean Leune γνωστού πολεμικού ανταποκριτή του περιοδικού L’ Illustration, συμπληρώνει το φρικιαστικό σκηνικό των θανατηφόρων βομβαρδισμών της Σκύλλας και των άλλων πυροβολείων με ανατριχιαστικές εικόνες ώριμες για χολιγουντιανή πολεμική ταινία: «ένα τρίξιμο όμοιο με γκρέμισμα σιδερένιου κτηρίου. Φλόγες-αστραπές κάνουν το βουνό να λάμπει. Η γη τινάζεται σαν σε σεισμό. Θα ’λεγες πως μπράτσα πανίσχυρα την αδράχνουν και την ταρακουνούν σαν κάτι πανάλαφρο. Και τα κλαδιά τρίζουν, σαν κόκκαλα που σπάνε… οι θάμνοι, τα ξερόφυλλα ριγούν από φόβο… Ένας συνεχής θόρυβος, υπόκωφος βόμβος [που σπάει την καρδιά]. Όμοιος με αυτόν που κάνουν τα κύματα της μεγάλης φουσκοθαλασσιάς όταν αφρισμένα χυμούν  πάνω στα βράχια της ακτής. Σαν παγιδευμένο σκυλί, το Μπιζάνι ξερνάει τη λύσσα του ηττημένου…Και οι οβίδες παίρνουν τους στρατιώτες στο κατόπι, επίμονες, φανατισμένες, ξεριζώνουν τη γη, τα δέντρα, τα βράχια. Προλαβαίνουν και τους στρατιώτες, τους σηκώνουν από το χώμα, ελαφρούς σαν φύλλα, και τους ξαναφήνουν να πέσουν στο κενό, μάζες αδρανείς, σώματα χωρίς ψυχή… σάρκες ξεσχισμένες χωρίς κόκκαλα στριφογυρίζουν στον αέρα, μέσα σε μια θύελλα από αίμα, από χώμα και καπνό

Όταν, λοιπόν, η Σκύλλα βουβάθηκε,  όταν ο υπόκωφος βρυχηθμός της δεν ακουγόταν πια, όταν σταμάτησε να τρώει ανθρώπινες σάρκες και ακούστηκε και ο τελευταίος επιθανάτιος ρόγχος του θηρίου, εκδηλώθηκε η τελική επίθεση που άνοιξε τον δρόμο για την πόλη των θρύλων που κατά την εξαίρετη γαλλίδα λογοτέχνιδα Γκυ Σαντεπλέρ (Guy Chantepleure), σύζυγο του Γάλλου προξένου στα Ιωάννινα «η πόλις που εκοιμήθη τουρκικά και  οθωμανικά εξύπνησεν ελληνική και χριστιανική».

Το πρωί της 21ης Φεβρουαρίου 1913 ο ελληνικός στρατός εισέρχεται στα Ιωάννινα.

Περατώνοντας την ιστορική αναδρομή μέσα από τα μονοπάτια και τη δύναμη της μνήμης, παραθέτω τον επινίκιο ύμνο που έγραψε σε ομηρική γλώσσα ο παγκοσμίως γνωστός κλασικός φιλόλογος από το Βερολίνο Ulrich von Wilamowitz ευθύς μόλις πληροφορήθηκε την απελευθέρωση των Ιωαννίνων (εδώ σε μετάφραση).

Στους πρόποδες του Τόμαρου, στα ακρινά κλωνάρια
της ιερής βελανιδιάς κάθεται περιστέρι,
και ψάλλει υπερήφανο της λευτεριάς τραγούδι,
«Δία, θεέ Πελασγικέ, προστάτη της Δωδώνης,
κύτταξε τώρα γύρω σου, όλος χαρά γεμάτος,
ποιά είναι  η  παλληκαριά στη σύγχρονη Ελλάδα».
Κι όλοι γιορτάζουνε στη γη  μ’ ύμνους επινικίους
όσοι είναι φίλοι του Διός και φίλοι των Ελλήνων !

About Author