Αριστοτέλης Βαλαωρίτης

Αριστοτέλης Βαλαωρίτης

Εὐαγγελισμός – Ἑλληνισμός

Μὲ μιᾶς ἀνοίγει ὁ οὐρανός, τὰ σύγνεφα μεριάζουν,

οἱ κόσμοι ἐμείνανε βουβοί, παράλυτοι κοιτάζουν.

Μία φλόγα ἀστράφτει… ἀκούονται ψαλμοὶ καὶ μελῳδία…

Πετάει ἕν᾿ ἄστρο… σταματᾶ ἐμπρὸς εἰς τὴ Μαρία…

«Χαῖρε τῆς λέει ἀειπάρθενε, εὐλογημένη χαῖρε!

Ὁ Κύριός μου εἶναι μὲ σέ. Χαῖρε Μαρία, Χαῖρε!»

Γεννήθηκε στη Λευκάδα τον Ιούνιο του 1824 και βαπτίστηκε, Μόσχος – Αριστοτέλης.

Γιος του ηπειρωτικής καταγωγής Ιωάννη Βαλαωρίτη από τη Βαλαώρα Ευρυτανίας και της καταγόμενης από ευγενή οικογένεια της Κεφαλλονιάς Αναστασίας Τυπάλδου-Φορέστη. Το όνομα Αριστοτέλης που του δόθηκε ήταν δείγμα της λατρείας προ την αρχαία Ελλάδα και τον κλασσικό πολιτισμό τους οποίους έτρεφε η οικογένειά του. Τα πρώτα γράμματα, τα έμαθε στη Λευκάδα και στην Κέρκυρα. Φοίτησε στην Ιόνιο Ακαδημία και ακολούθως ταξίδεψε στο ελεύθερο Ελληνικό κράτος και στην Ιταλία.  Ύστερα πήγε στο Ελβετικό κολλέγιο στη Γενεύη, Στη συνέχεια στο Παρίσι, όπου γράφτηκε στη νομική σχολή, αλλά για λόγους υγείας μετέβη στην Πίζα στην Ιταλία και συνέχισε τα νομικά. Το 1848, αναγορεύθηκε διδάκτωρ του Δικαίου. Το επάγγελμα του δικηγόρου όμως δεν το εξάσκησε ποτέ. Αφοσιώθηκε ολοκληρωτικά στην ποίηση.

Από αρκετά νωρίς ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης μπλέχθηκε στην πολιτική, και το 1857 εξελέγη στην Ιόνιο Βουλή, τασσόμενος με το κόμμα των Ριζοσπαστών και αγωνιζόμενος για την ένωση των Ιονίων νήσων με την Ελλάδα.

Μετά την ένωση, στάλθηκε ως αντιπρόσωπος των Επτανήσων στην Ελληνική Εθνοσυνέλευση.  Διακρίθηκε με τη δήλωση που έκανε ότι οι συντοπίτες του θα συνεργάζονταν χωρίς προτίμηση για το ένα ή το άλλο κόμμα με τον καταλληλότερο ή ικανότερο πρωθυπουργό αλλά και τον πιο ανιδιοτελή.

Μέριμνά του είναι η ενότητα του Ελληνικού έθνους γι’ αυτό προβάλει μέσα από τις ομιλίες του στο κοινοβούλιο ,την προσήλωση στο θεσμό της μοναρχίας, σαν  παράγοντα εξισορρόπησης.  Έτσι, πολύ καλή ήταν η ιδιωτική και δημόσια σχέση που είχε με τον βασιλιά Γεώργιο.  Οι διαβόητες για τη νοθεία τους εκλογές του 1868,οι αυθαιρεσίες της κυβερνητικής παράταξης κατά την επικύρωση των αποτελεσμάτων από τη βουλή, καθώς κι ένα επεισόδιο ανάμεσα στον ποιητή και τους αδελφούς Ιακωβάτους, όπου στη συνεδρίαση της 5ης Ιουνίου 1868, ο Βαλαωρίτης δεν θα διστάσει να χαστουκίσει τον Χαράλαμπο Τυπάλδο-Ιακωβάτο ενώ αντάλλαξε και γρονθοκοπήματα με τον αδελφό του τον Γεώργιο Τυπάλδο-Ιακωβάτο, κατέληξε σε αποδοκιμασία της Βουλής για τον Βαλαωρίτη.

Στις επόμενες εκλογές, τον Μάιο του 1869, δεν θέλησε πλέον να θέσει υποψηφιότητα. Εγκαθίσταται στο νησάκι Μαδουρή. Εκεί θα ζήσει μέχρι το τέλος της ζωής του το 1879 . Ορόσημο στην τελευταία αυτή φάση του βίου του αποτελεί η περίοδος από το τέλος του 1871, όταν το Πανεπιστήμιο του αναθέτει τη σύνθεση ενός ποιήματος για τα αποκαλυπτήρια του αγάλματος του πατριάρχη Γρηγόριου Ε΄. Ήδη η κίνηση της ανάθεσης μπορεί να θεωρηθεί σημαντική. Η απαγγελία ωστόσο του ποιήματος «Αδριάς του αοίδιμου Γρηγορίου του Ε΄, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως» λίγους μήνες μετά, την 25η Μαρτίου 1872, ταυτίζεται συμβολικά με τη στιγμή της επίσημης και πανελλήνιας αναγνώρισης του Βαλαωρίτη ως «εθνικού ποιητή».

Πώς μας θωρείς ακίνητος πού τρέχει ο λογισμός σου

Τα φτερωτά σου όνειρα Γιατί στο μέτωπο σου

Να μη φυτρώνουν γέροντα τόσες χρυσές αχτίδες

Όσες μας  δίνει η όψη σου παρηγοριά κι ελπίδες;

Τα γνωρίσματα του ποιητικού του έργου ήταν: η ρητορικότητα, ο πραγματισμός, η αφηγηματικότητα, η ιστορική, εθνοκεντρική, πατριδολατρική και μεγαλοϊδεατική θεματική,  η εμποτισμένη από το δημοτικό τραγούδι της ηπειρωτικής Ελλάδας γλώσσα.

Ο Βαλαωρίτης κρατάει φανερή απόσταση από το έργο και το πρότυπο του Σολωμού

Αν και έγραψε μάλιστα δύο ποιήματα στην μνήμη του. Η αντισολωμική στάση του Βαλαωρίτη δεν αποσκοπούσε παρά στη διεκδίκηση της θέσης του εθνικού ποιητή που οι άλλοι επτανήσιοι προόριζαν για τον Σολωμό.

Στην περίπτωση του Βαλαωρίτη ο τίτλος του «εθνικού ποιητή» δόθηκε, ίσως, διότι «αντλούσε σχεδόν αποκλειστικά τα θέματά του από τη νεώτερη ελληνική ιστορία και επειδή υπερασπίστηκε την εθνική ιδέα όχι μόνο με το λόγο του αλλά και εμπράκτως». Όμως με δεδομένο πως και άλλοι ποιητές και πεζογράφοι της εποχής του αντλούσαν από το ίδιο υλικό, η διάκριση αυτή του Βαλαωρίτη οφειλόταν

α) στη δημοτική γλώσσα που χρησιμοποίησε –θελκτικό στοιχείο για το ακροατήριό του μα που άρμοζε και με το «ήθος και τη φωνή των διαφόρων ηρώων του»

β) στο πάθος και το τραγικό μεγαλείο με το οποίο πρόβαλε τους ήρωές του.

γ) στη συγκυρία που επέτεινε όλα αυτά κι έτσι ήταν επακόλουθο οι κριτικοί να επισημάνουν «διαρκώς θετικά», αυτά τα δεδομένα, «αναδεικνύοντας τον Βαλαωρίτη στον εγκυρότερο ποιητικό εκφραστή της Μεγάλης Ιδέας και της Μεγάλης Ελλάδας.

Γράμμα του Βαλαωρίτη προς  τον Λασκαράτο

10 Φεβρ. 1872

Φίλε Λασκαράτε

Το Πανεπιστήμιον με προσεκάλεσεν επισήμως, να προσαγορεύσω δι’ ενός διθυράμβου κατά την 25η Μαρτίου τον Ανδριάντα του Πατριάρχου Γρηγορίου.

Εδέχθην την πρόσκλησιν και ελπίζω εις τον Θεόν να μην εντροπιάσω ούτε την μνήμην του μεγάλου της νεωτέρας Ελλάδος αθλητού, ούτε τους φίλους μου».

Απάντηση Λασκαράτου

27 Φεβρ. 1872

Φίλε Βαλαωρίτη

Σε συγχαίρω διά την Πανεπιστημονική πρόσκληση που έλαβες να προσαγορέψεις τον ανδριάντα του Γληγοράκη.

Δώσ’ του κι από μέρους μου τα γκαρδιακά χαιρετίσματά μου και πες του πως του εύχομαι να ξακολουθάη να φανατίζει τους όχλους, όσο ναν τους αποχτηνώση εξ ολοκλήρου, και ναν τους κάμη ακόμη περισσότερο απ’ ό,τι είναι δίποδους γαϊδάρους».

Το έργο που άφησε ο Βαλαωρίτης είναι πολύ μεγάλο και σπουδαίο. Στα 1847 φοιτητής ακόμα, τυπώνει την πρώτη ποιητική συλλογή του, ‘’Στιχουργήματα’’ . Το 1859 τυπώνει τη δεύτερη ποιητική συλλογή του, ‘’Μνημόσυνα’’ και το 1859 τη μεγάλη ποιητική του σύνθεση ‘’Η Κυρά Φροσύνη’’.  Αυτά περιλαμβάνουν δεκάδες ποιήματα. Πραγματοποίησε και πολλές μεταφράσεις, όπως ποιήματα του Βίκτωρα ντε Λαπράντ (Victor de Laprade).

Ο Βαλαωρίτης μαζί με Κάλβο και το Λασκαράτο είναι οι εξωσολωμικοί ποιητές.

Η ποίησή του Βαλαωρίτη δέχθηκε τις επιρροές του Γαλλικού ρομαντισμού. Μέσα από τα ποιήματά του που τα περισσότερα έχουν σχέση με τον αγώνα, ήθελε να τονώσει το πατριωτικό αίσθημα και την εθνική αυτογνωσία των Ελλήνων.

 

Εἰς τὴν μνήμην Διονυσίου Κόμητος Σολωμοῦ

Κοιμήσου… ἐγὼ τὸν ὕπνο σου δὲν ἦλθα νὰ ταράξω
δεν ἦλθα ἐδῶ στο μνῆμά σου οὔτ᾿ ἕνα λουλουδάκι
ἀπ᾿ ὅσα τὸ στολίζουνε κρυφὰ νὰ ξερριζώσω.
Κοιμήσου… χάρου, ποιητά, τὴν ἄφθαρτη γλυκάδα,
ποὺ ζῶντας ἐπεθύμησες καὶ ποὺ νεκρὸς χορταίνεις.

Categories: HOME