Γεράσιμος Μαρκοράς

Γεράσιμος Μαρκοράς

Μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες  της Επτανησιακής Σχολής, των τεχνών και των γραμμάτων. Ο ποιητής του περίφημου «Όρκου», ένθερμος υποστηρικτής της δημοτικής και ένας από τους ανθρώπους τους οποίους αγωνίστηκαν όσο λίγοι ώστε τα Επτάνησα να ενωθούν με την Ελλάδα.

Ο Γεράσιμος Μαρκοράς γεννήθηκε στην Κεφαλονιά το 1826. Η οικογένειά του ήταν μία από τις παλαιότερες αριστοκρατικές οικογένειες της Κέρκυρας, ιταλικής καταγωγής. Γιος του Κερκυραίου δικαστικού και λόγιου Γεωργίου Μαρκορά και της Μαρίνας Βλασσοπούλου.

Ήταν , μαθητής του εθνικού ποιητή Διονύσιου Σολωμού. Ανήκει στους «σολωμικούς ποιητές» της λεγόμενης «Επτανησιακής σχολής».

Έλαβε τη Γυμνασιακή του εκπαίδευση στην Κέρκυρα. Σε ηλικία 23 ετών έφυγε για την Ιταλία και σπούδασε νομικά. Συνέχισε τις σπουδές του στην Ιόνιο Ακαδημία απ’ όπου αποφοίτησε και έλαβε το διδακτορικό του δίπλωμα.

Παρά τις σπουδές του στα νομικά, αφιερώθηκε στην ποίηση. Το 1864  έγγραψε τον Ελληνικό Βασιλικό ύμνο  τον οποίο μελοποίησε ο Νικόλαος Μάντζαρος. Το 1875 δημοσίευσε το πρώτο του ποίημα με τον τίτλο «Όρκος» και το 1890 εκδίδει την πρώτη του ποιητική συλλογή υπό τον τίτλο «Ποιητικά Έργα», στην οποία περιλαμβανόταν και ο «Όρκος». Το 1898 ακολουθεί η συλλογή του «Μικρά Ταξείδια».

Επηρεασμένος από το διδάσκαλο του, στα ποιήματά του υπήρξε μελωδικός, αφηγηματικός και επιδέξιος χειριστής της δημοτικής. Ήταν φυσιολάτρης και πατριδολάτρης, κάτι που επηρέασε έντονα την ποίησή του. Μαζί με τους ΨυχάρηΠαλαμάΚαρκαβίτσα και Πολυλά συνέβαλε στην επιβολή της δημοτικής και στην αναγέννηση των νεοελληνικών γραμμάτων.

Πέθανε στην Κέρκυρα στις 28 Αυγούστου του 1911.

Ο  Όρκος

του Μαρκορά αποτελεί μια επικολυρική σύνθεση εμπνευσμένη από την Κρητική επανάσταση του 1866 και την ηρωική ανατίναξη της μονής του Αρκαδίου.
Το ποίημα αναφέρεται σ’ ένα αρραβωνιασμένο ζευγάρι, την Ευδοκία και τον Μάνθο.

Πλέει το καράβι αδιάκοπα, κι η Πούλια ωστόσο δείχτει,
Στον ουρανό αρμενίζοντας, πως είναι μεσονύχτι.

……………………………………………………………….

Αν στο ροδάτο μάγουλο σιγά-σιγά τ’ αέρι
Μιαν άκρη από τα ξέπλεκα σγουρά μαλλιά της φέρει
τ’ αγαπημένου το φιλί πώς αγρικάει παντέχει,
Και νέα σε κάθε φλέβα της γλυκάδα ουράνια τρέχει.

Categories: HOME