ΟΙ ΕΠΤΑΝΗΣΙΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ

ΟΙ ΕΠΤΑΝΗΣΙΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ

Είναι πάρα πολλοί Θα ξεχωρίσουμε  αυτούς που δημιούργησαν τη λεγόμενη Επτανησιακή Σχολή και  που εννοούμε τη λογοτεχνική παραγωγή των Ιονίων νήσων από τις τελευταίες δεκαετίας του 18ου αι. έως το τέλος του 19ου αι (δηλαδή από 1700-1800) Την Επτανησιακή Σχολή συνθέτουν οι εξής κατηγορίες δημιουργών:

Οι Προσολωμικοί.  Αυτοί οι ποιητές θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν και ως πρόδρομοι, επειδή προετοίμασαν το έδαφος για την μετέπειτα πνευματική πρόοδο των Επτανήσων. Οι ποιητές αυτοί είναι σχεδόν όλοι Ζακύνθιοι.

Οι Σολωμικοί ποιητές που το έργο τους φέρει τα ίχνη της σολωμικής επίδρασης, ενώ οι ίδιοι συνέβαλαν στη μελέτη και τη διάδοση της ποίησης του Σολωμού.

Οι Μετασολωμικοί ποιητές που Δραστηριοποιούνται μετά το θάνατο του Σολωμού (1857).

Οι Εξωσολωμικοί ποιητές

Δεν ανήκουν στη σφαίρα επιρροής του Σολωμού. Κυριότεροι θεωρούνται ο Ανδρέας Κάλβος,  ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης και επίσης  ο Ανδρέας Λασκαράτος

Οι ποιητές και Λογοτέχνες της Επτανησιακής Σχολής είναι πάρα πολλοί με πλουσιότατο έργο. Αυτοί πρωτοδημιούργησαν και ανέπτυξαν την ελληνική λογοτεχνική παραγωγή και ποίηση και την πνευματική πρόοδο της Ελλάδος.

Εμείς θα αναφερθούμε μόνο, στον Μεγάλο Διονύσιο Σολωμό, στον Βαλαωρίτη, στον Κάλβο, στον Μαρκορά και στον Πολυλά.

Διονύσιος Σολωμός

Ο Ηρακλής της Ποίησης

Το έθνος πρέπει να θεωρεί εθνικόν ό,τι είναι αληθές.

… λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί, κι η μάνα το ζηλεύει…

Ημίθεοι λίγοι έχουν γεννηθεί. Και ο Σολωμός είναι ένας ημίθεος, είναι ο Ηρακλής της ποίησης.
Αν ο Ρίτσος και ο Σεφέρης και ο Ελύτης και ο Βαλαωρίτης και τόσοι άλλοι, είναι βουνά της ποίησης, ο Σολωμός είναι Βουνό, ο ΟΛΥΜΠΟΣ.

H οικογένεια του εθνικού μας ποιητή καταγόταν από την Ανατολική Κρήτη. Μετά την πτώση του Χάνδακα από τους τούρκους 1669, κατέφυγε στη Ζάκυνθο. Ο ποιητής γεννήθηκε το 1798 στη Ζάκυνθο.

Σπούδασε στο λύκειο της Κρεμόνα, ενώ συνέχισε τις πανεπιστημιακὲς σπουδές του στην Νομικὴ σχολή του Πανεπιστημίου της Παβίας. Η Επανάσταση έπαιξε καταλυτικὸ ρόλο στην θεματολογία της ποίησής του. Το 1823 συνθέτει το «Ύμνος εις την ελευθερία», ο οποίος μεταφράστηκε μόλις τον επόμενο χρόνο σε πολλὲς ευρωπαϊκὲς γλώσσες. Από το 1828 εγκαταστάθηκε στην Κέρκυρα όπου και πέθανε το 1857.

Οι γονείς του ήταν ο κόντες Νικόλαος Σολωμός και η υπηρέτριά του, Αγγελική Νίκλη. Η καταγωγή της μητέρας του είναι πιθανό να ήταν από την Μάνη.

Ο κόντες Νικόλαος Σολωμός χήρεψε το 1802 από την νόμιμη σύζυγό του, Μαρνέττα Κάκνη, με την οποία είχε αποκτήσει δύο παιδιά, τον Ρομπέρτο και την Έλενα. Από το 1796 όμως είχε δεσμό με την υπηρέτριά του, Αγγελική Νίκλη, με την οποία απέκτησε εκτός από τον Διονύσιο άλλον έναν γιο, τον Δημήτριο, μετέπειτα πρόεδρο της Ιονίου Βουλής, το 1801. Παντρεύτηκε την υπηρέτρια- ερωμένη του, μόλις την προπαραμονή του θανάτου του, 27 Φεβρουαρίου 1807 και τα παιδιά τους απέκτησαν τα δικαιώματα των νόμιμων τέκνων.

Ο ποιητής πέρασε τα παιδικά του χρόνια ως το 1808 στο πατρικό του σπίτι στην Ζάκυνθο, υπό την επίβλεψη του δασκάλου του, αβά Σάντο Ρόσι, Ιταλού πρόσφυγα. Μετά τον θάνατο του πατέρα του ανέλαβε την κηδεμονία του ο κόντες Διονύσιος Μεσσαλάς, ενώ η μητέρα του παντρεύτηκε στις 15 Αυγούστου της ίδιας χρονιάς τον Μανόλη Λεονταράκη. Την επόμενη χρονιά ο Μεσσαλάς έστειλε τον μικρό Διονύσιο, ήταν 10 ετών, στην Ιταλία για σπουδές, σύμφωνα με την συνήθεια των ευγενών των Επτανήσων, αλλά ενδεχομένως και λόγω του γάμου της Αγγελικής Νίκλη.

Ο Σολωμός αναχώρησε για την Ιταλία μαζί με τον δάσκαλό του, τον Ρόσι, οποίος επέστρεφε στην πατρίδα του, την Κρεμόνα. Γράφτηκε αρχικά στο Λύκειο της Αγίας Αικατερίνης στην Βενετία, όμως δυσκολευόταν να προσαρμοστεί στην αυστηρή πειθαρχία του σχολείου και γι’ αυτό ο Ρόσι τον πήρε μαζί του στην Κρεμόνα, όπου τελείωσε το Λύκειο. Τον Νοέμβριο του 1815 γράφτηκε στην Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου της Παβίας, από την οποία αποφοίτησε το 1817. Δεδομένων των φιλολογικών ενδιαφερόντων του, η άνθηση της ιταλικής λογοτεχνίας δεν τον άφησε ανεπηρέαστο. Καθώς μάλιστα μιλούσε πλέον θαυμάσια την ιταλική γλώσσα, άρχισε να γράφει ποιήματα στα ιταλικά.

Ο Σολωμός επέστρεψε στην Ζάκυνθο το 1818, μετά το τέλος των σπουδών του. Στην Ζάκυνθο υπήρχε αξιόλογη πνευματική κίνηση ήδη από τον 18ο αιώνα, δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι όλοι οι προσολωμικοί ποιητές προέρχονταν από αυτό το νησί. Γι’ αυτό ο Σολωμός βρήκε έναν κύκλο από ανθρώπους με ενδιαφέρον για την λογοτεχνία, με τους οποίους γρήγορα ανέπτυξε φιλικές σχέσεις.

Παράλληλα με τα ιταλικά ποιήματα, ο Σολωμός έκανε και τις πρώτες απόπειρες να γράψει στα Ελληνικά. Αυτό το εγχείρημα ήταν δύσκολο, όχι μόνο επειδή ο ποιητής δεν γνώριζε καλά την ελληνική γλώσσα, αφού η παιδεία του ήταν κλασική και ιταλική, αλλά και επειδή δεν υπήρχαν πολλά αξιόλογα ποιητικά έργα στην δημοτική γλώσσα, τα οποία θα μπορούσε να αξιοποιήσει ως πρότυπο. Για να διαμορφώσει το γλωσσικό του πρότυπο, άρχισε να μελετά συστηματικά τα δημοτικά τραγούδια, το έργο των προσολωμικών ποιητών, δημώδη και κρητική λογοτεχνία, που ήταν τα καλύτερα ως τότε δείγματα της χρήσης της δημοτικής γλώσσας στη νεοελληνική λογοτεχνία. Τα ποιήματα που ξεχωρίζουν από τα έργα αυτής της περιόδου είναι η Ξανθούλα, η ΑγνώριστηΤα δυο αδέρφια και Η τρελή μάνα.

Την είδα την ξανθούλα,

την είδα `ψες αργά

που εμπήκε στη βαρκούλα

να πάει στην ξενιτιά.

 

Εφούσκωνε τ’ αέρι

λευκότατα πανιά

ωσάν το περιστέρι

που απλώνει τα φτερά.

……………………………………

Η συνάντηση με το Σπυρίδωνα Τρικούπη

Σημαντική για την στροφή του προς τη συγγραφή στα Ελληνικά, θεωρείται η συνάντησή του το 1822 με τον Σπ. Τρικούπη τον λόγιο, ιστορικό και πολιτικό. Ο Τρικούπης επισκέφθηκε την Ζάκυνθο το 1822 ως προσκεκλημένος του λόρδου Γκίλφορντ. Η φήμη του Σολωμού στο νησί ήταν ήδη μεγάλη και ο Τρικούπης θέλησε να τον γνωρίσει. Στη δεύτερη συνάντησή τους ο Σολωμός τού διάβασε το ιταλικό Ωδή για την πρώτη λειτουργία και ο Τρικούπης τού είπε:  «Η ποιητική σας ιδιοφυΐα σάς επιφυλάσσει μια διαλεχτή θέση στον ιταλικό Παρνασσό. Αλλά οι πρώτες θέσεις εκεί είναι πιασμένες. Ο ελληνικός Παρνασσός δεν έχει ακόμη το Δάντη του». Ο Σολωμός του εξήγησε ότι δεν γνώριζε καλά τα ελληνικά και ο Τρικούπης τον βοήθησε στην μελέτη των ποιημάτων του Χριστόπουλου. Ο αριστοκράτης Σολωμός αντίθετα από τον Κάλβο, ξεκινώντας από την ιταλική παιδεία, «ανακάλυψε τον νέο ελληνισμό σαν μια δύναμη άγνωστη, θαυμαστή και γονιμοποιό».

Ο Ύμνος εις την Ελευθερίαν και η καθιέρωση του ποιητή

Ο πρώτος σημαντικός σταθμός στην ελληνόγλωσση δημιουργία του Σολωμού ήταν ο Ύμνος εις την Ελευθερίαν που ολοκληρώθηκε τον Μάιο του 1823, ποίημα εμπνευσμένο από την ελληνική επανάσταση του 1821. Το ποίημα,  αποτελούμενο από 158 στροφές ή 632 στίχους, δημοσιεύθηκε στην Ελλάδα, το 1824 στο πολιορκούμενο Μεσολόγγι και στην Ευρώπη το  1825,  στο  Παρίσι , σε  γαλλική  μετάφραση, αργότερα και σε άλλες γλώσσες  και η φήμη του ποιητή εξαπλώθηκε πέρα από τα στενά όρια του νησιού του. Σε αυτό το έργο εξ άλλου οφείλεται και η εκτίμηση που απολάμβανε ο Σολωμός μέχρι τον θάνατό του, αφού τα υπόλοιπα έργα του ήταν γνωστά μόνο στον στενό κύκλο των θαυμαστών και «μαθητών» του. Με το Ύμνος εις την Ελευθερίαν άρχισε μια σημαντική περίοδος για την μετέπειτα διαμόρφωση του ποιητή. Είναι η εποχή στην οποία έχει κατακτήσει  πλέον την γλώσσα και προσπαθεί να δοκιμαστεί σε συνθετότερες μορφές, να διευρύνει τον κύκλο των εμπνεύσεών του και να εγκαταλείψει την ευκολία του αυτοσχεδιασμού.  Καρπός των αναζητήσεων αυτής της περιόδου ήταν η Ωδή εις το θάνατο του Λόρδου Βύρωνα,  Η Καταστροφή των Ψαρών, ο Διάλογος, που αναφέρεται στην γλώσσα, η Γυναίκα της Ζάκυθος.

Ο κύκλος της Κέρκυρας

Το 1828, μετά από προστριβές και οικονομικές διαφορές με τον αδελφό του Δημήτριο για κληρονομικά ζητήματα, ο Σολωμός μετακόμισε στην Κέρκυρα, σημαντικό πνευματικό κέντρο των Επτανήσων εκείνη την εποχή. Αιτία της αναχώρησής δεν ήταν όμως μόνο τα οικογενειακά προβλήματα. Ο Σολωμός σχεδίαζε ήδη από το 1825 να ταξιδέψει στο νησί. Η Κέρκυρα θα του προσέφερε όχι μόνο ένα περιβάλλον πνευματικότερο, αλλά και την ηρεμία που ταίριαζε στον μονήρη και ιδιότροπο χαρακτήρα του και η οποία ήταν απαραίτητη για την μελέτη και την ενασχόλησή του με την ποίηση.

Στην Κέρκυρα ο Σολωμός βρέθηκε σύντομα στο επίκεντρο ενός κύκλου θαυμαστών και ποιητών, ενός πυρήνα από πνευματικούς ανθρώπους με μεγάλη μόρφωση, με προοδευτικές και φιλελεύθερες ιδέες, με αισθητική κατάρτιση και με αυστηρές αξιώσεις για την τέχνη. Τα σημαντικότερα πρόσωπα με τα οποία συσχετίστηκε ο ποιητής ήταν ο Νικόλαος Μάντζαρος, ο Ιωάννης και ο Σπυρίδων Ζαμπέλιος, ο Ανδρέας Μουστοξύδης, ο Ιάκωβος Πολυλάς, ο Ιούλιος Τυπάλδος, ο Ανδρέας Λασκαράτος, ο Γεράσιμος Μαρκοράς και άλλοι.

Οι ΠολυλάςΤυπάλδος και Μαρκοράς ήταν οι «μαθητές» του Σολωμού, οι ποιητές που συγκροτούν  τον κύκλο των «σολωμικών ποιητών», από τον οποίο αρχίζει πραγματικά η ποιητική άνοδος της ελληνικής ποίησης, πολλές δεκαετίες πριν από την Αθήνα, όπου ο Κωστής Παλαμάς επιχείρησε μια δεύτερη ποιητική αναγέννηση, ως «αρχηγός» της Νέας Αθηναϊκής Σχολής.

Τα τελευταία χρόνια

Ο Σολωμός μετά το 1847 άρχισε να ξαναγράφει στα Ιταλικά. Τα έργα της περιόδου είναι ημιτελή ποιήματα και πεζά σχεδιάσματα και κάποια από αυτά ίσως σχεδίαζε να μεταφέρει στα Ελληνικά. Το 1851εμφανίστηκαν και σοβαρά προβλήματα υγείας και ο χαρακτήρας του έγινε ακόμα πιο ιδιόρρυθμος. Αποκόπηκε από φιλικά του πρόσωπα, όπως τον Πολυλά -οι σχέσεις τους αποκαταστάθηκαν το 1854. Μετά από μια τρίτη εγκεφαλική συμφόρηση που έπαθε το 1856 δεν έβγαινε πλέον από το σπίτι. Πέθανε τελικά τον Φεβρουάριο του 1857. Ήταν τόσο γενική και στέρεη η φήμη του, ώστε όταν μαθεύτηκε ο θάνατός του, όλος ο λαός πένθησε. Το θέατρο της Κέρκυρας έκλεισε, η Ιόνιος Βουλή σταμάτησε τις εργασίες της και αποφάσισε να κηρυχθεί πένθος για τον ποιητή. Τα οστά του μεταφέρθηκαν στη Ζάκυνθο το 1865.

Το πρόβλημα της αποσπασματικής μορφής του σολωμικού έργου και της έκδοσής του είναι ένα από τα σημαντικότερα θέματα της μελέτης της σολωμικής ποίησης αλλά και της ελληνικής φιλολογίας γενικότερα.

Τα μόνα έργα του Σολωμού που δημοσιεύθηκαν όσο ζούσε ήταν ο Ύμνος εις την Ελευθερίαν (1825), ένα απόσπασμα του Λάμπρου («Η δέηση της Μαρίας» 1834), το Ωδή εις Μοναχήν (1829) και το επίγραμμα Εις Φραγκίσκα Φραίζερ (1849). Τα υπόλοιπα έργα του έμειναν ανολοκλήρωτα. Ο Σολωμός επεξεργαζόταν συνεχώς τα έργα του και αγωνιζόταν για την επίτευξη της απόλυτης τελειότητας στη μορφή, προσπαθώντας να τα απαλλάξει από οτιδήποτε περιττό, που κατέστρεφε την καθαρά λυρική ουσία. Τα χειρόγραφά του δεν περιέχουν τα έργα καθαρογραμμένα, αλλά αποκαλύπτουν όλα τα στάδια επεξεργασίας τους, χωρίς απαραίτητα η τελευταία επεξεργασία να είναι η τελική. Ο ποιητής συνελάμβανε πρώτα ένα προσχέδιο του ποιήματος σε πεζό, το οποίο κατέγραφε στα ιταλικά, και στη συνέχεια άρχιζε την ελληνική επεξεργασία. Για πολλούς στίχους σώζονται διάφορες παραλλαγές, οι στίχοι συχνά δεν είναι στη σωστή σειρά, κάποιοι είναι ανολοκλήρωτοι ενώ υπάρχουν και χάσματα. Συχνά στην ίδια σελίδα ο ποιητής μπορεί να έγραφε στίχους από διαφορετικά ποιήματα.  Κανένα από τα ποιήματα που έγραψε μετά το  Ύμνος εις την Ελευθερίαν δεν είναι ολοκληρωμένο και με ελάχιστες εξαιρέσεις, τίποτα δεν δημοσιεύτηκε από τον ίδιο. Ο Κώστας Βάρναλης περιέγραψε εύστοχα την αποσπασματικότητα του σολωμικού έργου με τη φράση «…(Ο Σολωμός) πάντα τα έγραφε, αλλά ποτές του δεν τα έγραψε».

Οι αξίες της ζωής

Ο Ζακυνθηνὸς ποιητής, σε όλο το έργο του, κήρυξε με ιερὴ εμμονὴ τις αθάνατες αξίες της ζωής: Δικαιοσύνη, Ελευθερία, Αλήθεια, Πίστη, Αγάπη, Χρέος.

Τo σπουδαιότερο πρόβλημα που απασχόλησε τη μεγαλοφυΐα του εθνικού μας ποιητή Δ. Σολωμού, ήταν το πρόβλημα της Ελευθερίας. Της ελευθερίας πρώτα της Εθνικής που είναι συνυφασμένη με την ηθική ελευθερία του ατόμου, και της ελευθερίας ως Ιδέας, που περικλείει ολόκληρη την ανθρωπότητα. Τις θέσεις αυτές τις αποτύπωσε ο Σολωμός στο «Ύμνος εις την Ελευθερίαν», στους «Ελεύθερους πολιορκημένους», και στον «Διάλογο» ποιητή και σοφολογιότατου.

Ο συγγραφέας Γεώργιος Βελουδής στο πόνημά του για τον Διονύσιο Σολωμό, που δημοσιεύτηκε στο «Βήμα» της 10ης Μαΐου 1995, υποστηρίζει ότι «..την προσωνυμία Εθνικός ποιητής έχουν προσλάβει στην ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, καμιά εικοσαριά ποιητές όπως, ο Κάλβος, ο Βαλαωρίτης, ο Κρυστάλλης, ο Σεφέρης, ο Βρεττάκος… Ο τίτλος όμως του «εθνικού», ανήκει, απόλυτα δικαιολογημένα, μόνο στο Σολωμό..».

Ο Σολωμός έδειξε, ότι η ποίηση πρέπει να έχει πυκνότητα. Με τις λιγότερες και μουσικότερες λέξεις να αποδίδει υψηλά νοήματα και καθαρές εικόνες, όπου τίποτα περιττό δεν υπήρχε κι όπου όλα – γλώσσα, νόημα, ρυθμός, εικόνα – ήταν αισθητικά οργανωμένα, με απλότητα και φυσικότητα. Τίποτα δεν πρόδιδε την επίπονη κατεργασία. Αντίθετα το ποίημα είχε φρεσκάδα, φυσικότητα και παρθενικότητα σαν της δροσιάς τις σταλαματιές. Ο Σολωμός πέτυχε, μια θαυμαστή ισορροπία πνεύματος και μορφής, νόησης και αισθήματος γλώσσας και μουσικότητας. Οι χτυπητές λέξεις, οι φλύαροι στίχοι, τα άχρηστα παραγεμίσματα έπαψαν να αποτελούν ποίηση. Ναι ήταν σαν της δροσιάς τις σταλαματιές.

Είχε μια θεωρητική κατάρτιση, που τη βλέπουμε και στο «Διάλογο» του,  όπου μιλούν ο ποιητής, ο φίλος και ο σοφολογιότατος, και που του επέτρεψε να συλλάβει σωστά το πρόβλημα της ποίησης, και να το πραγματοποιήσει σε βαθμό τελειότητας, δημιουργώντας μια παράδοση και κερδίζοντας επάξια τον τίτλο του γενάρχη του νέου μας ποιητικού λόγου.

Έστησε ο Έρωτας χορό με τον ξανθόν Απρίλη

……………………………………………………………..

λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί, κι η μάνα το ζηλεύει.

……………………………………………………………………………

Aνάκουστος κελαϊδισμός και λιποθυμισμένος

……………………………………………………………….

Νύχτα γεμάτη θάματα, νύχτα σπαρμένη μάγια.

…………………………………………………………………

Σε γνωρίζω από την κόψη του σπαθιού την τρομερή

………………………………………………………..

Στων Ψαρών την ολόμαυρη ράχη

………………………………………………………

Στοίχοι, ομηρικοί και επικοί. Στοίχοι γεμάτοι νόημα. Στοίχοι που γεμίζουν βιβλία ολόκληρα με ερμηνείες και αναλύσεις…

Ο Σολωμός, με το «Yμνος εις την Eλευθερίαν» μας έδωσε το νόημα της «Εθνικής ελευθερίας», με τους «Ελεύθερους πολιορκημένους», το νόημα της «Ηθικής ελευθερίας», και με το «Διάλογο» του το νόημα της «Πνευματικής ελευθερίας».

Από την άποψη της ελευθερίας πρέπει να δούμε και το μοναδικό πεζό του Σολωμού, τη «Γυναίκα τής Ζάκυθος», αυτό το θαυμάσιο μνημείο του ελληνικού πεζού λόγου, με το άφταστο ποιητικό ύφος, που στηλιτεύει την απαίσια μορφή και βρωμερή ψυχή του εθελόδουλου ατομιστή, του κακού ανθρώπου που βασανίζει τους άλλους.

 

Δυστυχισμένε μου λαέ καλέ και αγαπημένε.

Πάντα ευκολόπιστε και πάντα προδομένε.

Τα κύρια έργα του είναι:  Ὕμνος εἰς τὴν Ἐλευθερίαν (1823), Εἰς Μάρκον Μπότσαρη (1823), Ἡ καταστροφή τῶν Ψαρῶν (1824), Ὡδή στὸν θάνατο τοῦ Λόρδου Βύρωνα (1824), Ὁ Λάμπρος (1829), Ὁ Κρητικὸς (1833), Ὁ Πόρφυρας (1849), Ἡ Ξανθούλα, Ὥδή εἰς τὴ Σελήνη, Νεκρική ὡδή, Ἡ σκιά τοῦ Ὁμήρου  Ἐλεύθεροι Πολιορκημένοι (1826-1844),

Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι είναι ένα από τα κορυφαία ποιητικά συνθέματα του Διονύσιου Σολωμού. Τον «απασχόλησε στο μεγαλύτερο διάστημα της ζωής του», καθώς και ένα από τα πιο σημαντικά έργα της νεότερης ελληνικής ποίησης. Το έργο είναι εμπνευσμένο από τα γεγονότα της πολιορκίας και της Εξόδου του Μεσολογγίου κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του 1821.

Ο δημιουργός του ασχολήθηκε με τη σύνθεσή του σχεδόν σε ολόκληρη τη διάρκεια της λεγόμενης ώριμης ποιητικής περιόδου της ζωής του. Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι, είναι ένα από τα πιο αποσπασματικά έργα του. Παραδόθηκε με τη μορφή τριών σχεδιασμάτων. Το εξέδωσε ο Ιάκωβος Πολυλάς

Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι
ΑΠΟ ΤΟ Β’ ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ
Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει·
λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί, κι η μάνα το ζηλεύει.
Τα μάτια η πείνα εμαύρισε· στα μάτια η μάνα μνέει·
στέκει ο Σουλιώτης ο καλός παράμερα καί κλαίει:
«Έρμο τουφέκι σκοτεινό, τι σ’ έχω γω στο χέρι;
οπού συ μού ΄γινες βαρύ κι ο Αγαρηνός το ξέρει».

…………………………………………………

Categories: HOME