Μια ζωή γεμάτη στερήσεις, αλλά και με ωραίες αναμνήσεις

pateli

Auf Deutsch : hier

Άγιος Παντελεήμονας, πρώην Πάτελι – 2015

Όσοι γεννηθήκαμε στη δεκαετία του ΄40 θα έπρεπε κανονικά να έχουμε ήδη πεθάνει. Επιζήσαμε, αν και οι τότε συνθήκες υγιεινής και διατροφής, που έφεραν ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος και ακολούθως ο Εμφύλιος, πολύ λίγο διαφέρουν από αυτές που σήμερα βλέπουμε στην τηλεόραση σε εμπόλεμες χώρες της Εγγύς Ανατολής.

Η κούνια από τον ξυλουργό, όχι λίγες φορές ιδιόχειρα φτιαγμένη, ήταν βαμμένη με λαδομπογιά γεμάτη μολύβι. Αντί για κρεββάτι είχαμε ένα μεγάλο στρώμα για όλα τα παιδιά, γεμάτο με άχυρα, το οποίο η μητέρα μας άλλαζε κάθε δυο χρόνια για να μην παραπαχαίνουν εκεί μέσα οι κοριοί. Η λέξη ορθοπεδικό κρεβάτι δεν υπήρχε στο λεξιλόγιό μας. Το ισόγειο ήταν αλειμμένο με κοκκινόχωμα και το πρώτο πάτωμα στρωμένο με απλά σανίδια, που σε γιορτές φρεσκαρίζονταν με μια κίτρινη φθηνή παρκετίνη. Λίγα σπίτια είχαν το ισόγειο στρωμένο με πέτρινες πλάκες από τα λατομεία του χωριού, που ενώνονταν με ασβεστωμένο αμμοκονίαμα.

Καθιστικό και υπνοδωμάτιο σε ένα (4×5), σε μερικές οικογένειες εκεί μέσα και η κουζίνα, όλος ο χώρος ζεσταινόταν από τη μοναδική σόμπα με ξύλα. Δίπλα υπήρχε ένα μικρότερο δωμάτιο σαν αποθήκη. Αργότερα χρησιμοποιήσαμε κάρβουνο από τη Βεγόρα, ποτέ καλοριφέρ. Πάνω στη σόμπα έβραζε το νερό σε ένα γκιούμι και το φαγητό στην κατσαρόλα. Θερμοσίφωνας: Όχι δα, αφού ηλεκτρικό ρεύμα ήρθε στο χωριό το 1967, και ο ηλιακός δεν είχε ακόμη εφευρεθεί. Ψυγεία με κολώνες πάγου από την Κοζάνη και την Έδεσσα είχαν μόνο τα καφενεία σε γιορτές. Μεσημέρι για φαγητό καθόμασταν σε γιορτές γύρω από τον σοφρά. Τις άλλες μέρες το φαγητό ήταν «ρεζερβέ» για τους μεγάλους που δούλευαν, εμείς ψωμί και ελιές στο χέρι, σπάνια τυρί, και δώστου έξω να παίξουμε.

Αστακομακαρονάδα; Και βεβαίως! Την είχαμε αντικαταστήσει πλήρως με φύλλα και τσιρόνια. Η μητέρα μου, όπως όλες οι νοικοκυρές στο χωριό, έκαναν τον Σεπτέμβριο τα φύλλα (ένα είδος χυλόπιτας) για όλο τον χρόνο. Τα ξέραιναν στον ήλιο και γινόντουσαν κάτι σαν σπασμένες λαζάνιες. Βρασμένα φύλλα με θρύψαλα φέτας πάνω τους, τύφλα να έχει η παρμετζάνα, μοσχοβολούσαν από μακριά. Φύλλα με κεφτέδες στον φούρνο είχαμε σε γιορτές – γεύση ονειρεμένη! Απρίλιο στο Πάτελι είχαμε την πολυτέλεια να αντικαθιστούμε τον αστακό με φρέσκα τσιρόνια από τη Βεγορίτιδα κι όλο τον υπόλοιπο χρόνο με τσιρόνια αλατισμένα και ξεραμένα στον αέρα – ντελικατές αλλαντικό αέρος!

Το αποχωρητήριο βρισκόταν πάντα στο τέρμα της αυλής. Στην αναζήτησή του πρόβλημα είχαν οι γέροι τον χειμώνα, πρόβλημα είχε ο καθένας σε κάθε εποχή όταν είχε διάρροια. Εύκολα στην αναζήτησή του είχαν οι επισκέπτες το καλοκαίρι, εκατοντάδες μύγες τους προσανατόλιζαν που βρίσκεται το «μέρος». Μπάνιο κάναμε το καλοκαίρι στη λίμνη, τα αγόρια με το βρακί, οι γυναίκες με το κομπιναιζόν. Πλύσιμο ολόκληρο το σώμα είχαμε το βράδυ της προηγούμενης των Χριστουγέννων και του Πάσχα σε μια τενεκεδένια λεκάνη.

Τρεχούμενο νερό στα σπίτια ήρθε μέσα του ΄50. Παλαιότερα, το νερό στα σπίτια έφερναν οι γυναίκες από την τότε πολύ κοντινή και πεντακάθαρη Βεγορίτιδα σε τσίγκινους τενεκέδες στο κεφάλι, πάνω στην πουντίφκα (κουλούρα). Συνήθως, κρατούσαν στο ένα χέρι κι ένα γκιούμι ή μια μεγάλη στάμνα. Η πουντίφκα ήταν ένα χειροποίητο στεφάνι από άχυρα, περιτυλιγμένο με κομμάτια από ύφασμα, που δεν έλειπε από κανένα σπίτι. Είχε καταστεί αναγκαίο εργαλείο για να κουβαλήσουν οι γυναίκες νερό από τη λίμνη, σταφύλια από το αμπέλι και ζαρζαβατικά από το Μπλάτο, τη λίμνη Πετρών, όπου κάθε οικογένεια είχε δικό της κήπο.

Υψηλή ήταν η γεννητικότητα, αλλά και η θνησιμότητα. Τέσσερα παιδιά σε κάθε οικογένεια ήταν ο κανόνας, περισσότερα όχι σπάνια. Ο τοκετός γινόταν πάντα στο σπίτι με τη συμπαράσταση μια γριάς μαμής. Τρόμαζαν οι γονείς μας στο άκουσμα ιλαρά και ανεμοβλογιά, που όταν έμπαιναν σε σπίτι απειλούσαν με θάνατο τα μικρά παιδιά. Τα εμβόλια ήταν άγνωστα, τα αντιβιοτικά πανάκριβα. Στη φυματίωση από υποσιτισμό δύσκολα να αντισταθεί κανείς, αφού όλοι μας λίγο-πολύ πεινούσαμε.

Παιχνίδια δεν είχαμε. Θυμάμαι περιστατικά με μια γειτόνισσα, η οποία, όταν είχε πλύση στην αυλή, έδινε στο κανακάρη της μια παλιά κατσαρόλα και ένα ξύλινο κουτάλι, απλώς για να κάνει κρότο. Έτσι πρέπει να ήταν και με μένα σαν μωρό. Σήμερα, σκέφτομαι ότι στο πρόσωπό μου θα πρέπει να χάθηκε ένας μεγάλος τυμπανιστής.

Πολύς σαματάς γινόταν μερικές βραδιές με τον Καραγκιόζη, αν και ξέραμε ότι την άλλη μέρα «θα τις φάμε» από τον δάσκαλο. «Ο γάμος του Καραγκιόζη» ήταν αυστηρώς απαγορευμένος. Αργότερα έφερνε κάπου-κάπου ο στρατός σινεμά στην πλατεία του χωριού. Νοσταλγικά αναπολώ μερικές πανομοιότυπες σκηνές από το πολυβραβευμένο «Σινεμά Παράδεισος» του Giuseppe Tornatore, όπου περιγράφει τη ζωή σε ένα χωριό της Σικελίας στη δεκαετία του ΄40.

Στα εννιά μου πήγα για πρώτη φορά στο σχολείο, καθότι στον Εμφύλιο τα σχολεία στο χωριό είχανε κλείσει. Το Σάββατο είχαμε σχολείο, ούτε λόγος για πενθήμερο. Όταν σχολνούσαμε παίζαμε ποδόσφαιρο στη μικρή πλατεία της γειτονιάς με μια μπάλα πάνινη, πολυτέλεια η πλαστική, για δερμάτινη ούτε σκέψη. Τα δοκάρια για το τέρμα αντικαταστούσαμε στο άψε-σβήσε με τις σχολικές τσάντες ή με πέτρες.

Τηλέφωνο είχε μόνο η αστυνομία, αργότερα και η κοινότητα. Αλλά και να είχαμε, σε ποιον να τηλεφωνούσαμε, αφού κανένας άλλος δεν είχε. Σε φίλους πηγαίναμε απροειδοποίητα, ούτε την πόρτα τους χτυπούσαμε.

Μπισκότα Παπαδοπούλου και σοκολάτες ΙΟΝ με μπόλικο καλαμποκάλευρο ήταν μια πολυτέλεια που γευόμασταν σε γιορτές. Σήμερα ακόμη συγκινούμαι όταν βλέπω κάστανα μέσα σε τσουβάλια από καναβάτσο να αχνίζουν, το ίδιο με τη βανίλια σε κουταλάκι μέσα σε ποτήρι με κρύο νερό – «το υποβρύχιο». Σιμίτια έφερνε ο πατέρας μας από «μακρινά» ταξίδια, τη Φλώρινα ή τη Θεσσαλονίκη, όχι από το Αμύνταιο, γιατί αυτό θα έπρεπε να γίνεται κάθε Δευτέρα που είχε παζάρι – η τσέπη δεν το σήκωνε.

Στο καφενείο χρειαζόσουν να πεις έναν καφέ βαρύγλυκο, μέτριο ή με ολίγη. Ερχόταν πάντα ο ελληνικός, δεν υπήρχε φραπές, εσπρέσσο, καπουτσίνο και παρόμοια ακαταλαβίστικα. Τα καλαμάκια της φραπεδιάς ήταν άγνωστα, την γκαζόζα πίναμε συχνά δυο φίλοι από το ίδιο μπουκάλι. Κανένας δεν κόλλησε τον άλλον, προφανώς, η πανταχού παρούσα βρομιά είχε ενισχύσει το ανοσοποιητικό μας σύστημα.

Πολύ δουλειά είχαν οι σαμαράδες, καρεκλάδες, ακονιστές, γανωτζήδες, τσαγκάρηδες, ράφτες, καροποιοί, πεταλωτές, κουρείς και, τα Σαββατοκύριακα, οι χασάπηδες και ο φούρναρης. Εκτός τους τρεις τελευταίους, οι άλλοι εξαφανίστηκαν λόγω έλλειψης εργασίας.

Επίλογος.

Από το Πάτελι έρχομαι, εκεί θέλω να γυρίσω,
όποιον και αν συναντήσω,
τον γνωρίζω, με γνωρίζει,
Από μικρός γνωρίζω κάθε πέτρα και κάθε γωνία,
τώρα, η καθεμιά της μου θυμίζει
μια κοινή μας ιστορία.

Αυτό θα πει πατρίδα!

goulios_01