Τι έχουν τα έρημα και δεν τρώνε;

goulios_01…σκέφτεται ο τσοπάνος που πάει τα πρόβατα στο λιβάδι, αλλά αυτά αρνούνται να φάνε και μέρα με τη μέρα χάνουν σε βάρος. Κάτι μυρίζουν και δυσπιστούν, δεν εμπιστεύονται τον κύριό τους που τα πάει στη βοσκή. Ο τσοπάνος συνεχίζει τη φλογέρα στον δικό του ρυθμό, κι ας μην χορεύει κανείς.

Πράγματι, για χορό δεν έχει κανένας διάθεση. Η κατάσταση της οικονομίας μας ξεπέρασε κάθε αρνητική εξέλιξη το τρίτο τρίμηνο. Η κατανάλωση μόλις και διατηρήθηκε σε περυσινά επίπεδα, οι εξαγωγές υποχώρησαν κατά -11% και οι εισαγωγές κατά -20%. Ιδιαίτερα ανησυχητική ήταν η πτώση (-27%) των επενδύσεων έναντι της περυσινής περιόδου. Ο τουρισμός σημείωσε μεν ρεκόρ εισπράξεων και η γεωργία έκλεισε τον χρόνο γενικά με καλή σοδειά, αλλά και οι δυο τομείς δεν μπόρεσαν να ισοσκελίσουν για πολλοστή φορά τη συρρίκνωση του Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος (ΑΕΠ) κατά -1%.

Δεν είναι μόνο η γραφειοκρατία και η διαφθορά που επιβαρύνουν τις επενδύσεις. Οι ιδιώτες έβρισκαν πάντα τον δρόμο τους να τα υπερπηδήσουν κι ας τους κόστιζε κατά τι περισσότερο από ό,τι η επένδυση αυτή καθ΄ εαυτήν. Γραφειοκρατία και διαφθορά υπήρχαν στην Ελλάδα και παλιότερα, γραφειοκρατία υπάρχει λίγο πολύ και σε πολλές άλλες χώρες. Μα κι ούτε η πολιτική αστάθεια είναι ο αποφασιστικός παράγων για να αναιρεθεί μια επένδυση. Η Ιταλία έχει σήμερα την 28η κυβέρνηση μετά το 1945. Το Βέλγιο έσπασε ρεκόρ πριν τρία χρόνια, όταν για 18 μήνες έμεινε «ακυβέρνητο» και τελικά σχημάτισε κυβέρνηση συνασπισμού. Κι όμως κανένας επενδυτής δεν σκέφτηκε για αυτό τον λόγο να στρίψει τις πλάτες του σε αυτές τις χώρες. Πέρα από όλα αυτά έχουμε στην Ελλάδα και μερικές ιδιαιτερότητες που δηλητηριάζουν πρόσθετα το κλίμα των επενδύσεων:

Πρώτη ιδιαιτερότητα είναι η ασυνέπεια, η διαφορά αυτών που λέμε από αυτά που κάνουμε. Εύκολα αθετούμε τον λόγο που δώσαμε και τον καμουφλάρουμε με δήθεν αναγκαία επαναδιαπραγμάτευση. Ήρθε μια νέα κυβέρνηση και με το έτσι θέλω δεν αναγνωρίζει τα πεπραγμένα. Κωλυσιεργεί ή ακόμη χειρότερα αλλάζει τους όρους μιας συμφωνίας, έτσι που ο επενδυτής βρίσκεται ξαφνικά προ αδιεξόδου. Ξεχνάει ότι ένα κανονικό κράτος έχει συνέχεια, ανεξάρτητα από το ποιος το κυβερνάει. Το ζήσαμε πρόσφατα στο θέμα με το λιμάνι του Πειραιά και τους Κινέζους επενδυτές, όπου τελικά αποδείχθηκε ότι η επένδυση αυτή έδωσε δουλειά σε χιλιάδες Έλληνες και εκατομμύρια σε εισπράξεις φόρων. Το ζούμε στα χρυσωρυχεία της Χαλκιδικής, όπου οι εργαζόμενοι επιθυμούν να μην κλείσουν, το Συμβούλιο Επικρατείας αποφάνθηκε θετικά στο ζήτημα κι όμως σαμποτάρεται η λειτουργία από θερμοκέφαλους. Τέτοιες δραστηριότητες υπομονεύουν την αξιοπιστία της χώρας έναντι υποχρεώσουν που απορρέουν από έννομες συμβάσεις.

Η δεύτερη ιδιαιτερότητα είναι η αναδρομική φορολόγηση. Σαν να μην έφτανε η συνεχής αλλαγή του φορολογικού συστήματος έχουμε και τη φορολόγηση εκ των υστέρων – μια παγκόσμια καινοτομία. Φορολογείται ανεπάντεχα περιουσία και εισόδημα αναδρομικά για περασμένα χρόνια, ενώ τα βιβλία στην επιχείρηση έχουν κλείσει από πολλού και ο επιχειρηματίας έχει ήδη πάρει αποφάσεις για την επόμενη χρήση.

Τελικά τι θα γίνει με τη συμμετοχή μας στην Ευρωζώνη; Θέλουμε ή δεν θέλουμε να ανήκουμε σε αυτό το πολυτελές κλαμπ; Αν ναι, έχουμε δικαιώματα και υποχρεώσεις σαν μέλος. Δεν μπορούμε να τσιμπάμε τις σταφίδες από το σταφιδόψωμο και να αφήνουμε κατά μέρος το υπόλοιπο.

Η Ελλάδα είναι η μοναδική χώρα εντός της Ευρωζώνης που ακόμη παλεύει με την ύφεση, ενώ όλες οι βαριά πληγείσες χώρες από την κρίση (Ισπανία, Πορτογαλία, Ιρλανδία, Κύπρος) δείχνουν εμφανή σημεία ανάκαμψης. Εμείς συνεχίζουμε στον έκτο χρόνο με υψηλή ανεργία και στασιμότητα στην κατανάλωση. Αρνούμαστε να δώσουμε χέρι στον ιδιωτικό τομέα, που θέλει και μπορεί να προβεί σε σημαντικές επενδύσεις, Ονειρευόμαστε τα χρόνια, όπου το κράτος σαν μεγάλος επενδυτής έκτιζε τους δρόμους, τα λιμάνια, τα αεροδρόμια και τα εργοστάσια ενέργειας.

Αυτή η εποχή πέρασε για τον λόγο ότι το κράτος δεν έχει λεφτά, μα κι ούτε πρόκειται να τα βρει στα προσεχή χρόνια, αφού είναι υπερχρεωμένο. Τα λίγα κεφάλαια από τα διαρθρωτικά κονδύλια της Ε.Ε. απαιτούν σχέδια με αυστηρές προδιαγραφές. Κι εδώ δεν είμασταν πάντα συνεπείς, τουλάχιστον στον χρόνο υποβολής τους. Άρα, απομένει ο ιδιωτικός τομέας που θα αναλάμβανε το μέγιστο βάρος των επενδύσεων. Οι ιδιώτες δεν είναι φιλανθρωπικά ιδρύματα,  προσφέρουν δουλειά με την επένδυσή τους και φυσικά απαιτούν να πάρουν πίσω τα λεφτά που διέθεσαν συν ένα εύλογο κέρδος.

Όποιος νομίζει ότι μπορεί να δουλεύει αφιλοκερδώς, ας δοκιμάσει την προσεχή Δευτέρα στο παζάρι. Χωρίς να ριψοκινδυνεύσει ούτε ένα ευρώ, αγοράζει επί πιστώσει δυο κασόνια με πορτοκάλια, στήνεται σε μια γωνία και τα πουλάει στην τιμή αγοράς, δηλ. χωρίς κέρδος. Πριν φύγει, περνάει από τον χονδρέμπορο για να εξοφλήσει τον λογαριασμό του. Φευ, διαπιστώνει ότι τα νούμερα δεν βγαίνουν. Τρία πορτοκάλια ήταν χτυπημένα, δεν πουλήθηκαν. Κατόπιν, θα πρέπει να έφυγε και λίγο στο ζύγι. Τώρα τι κάνει που δεν μάζεψε λεφτά ούτε για την εξόφληση; Λεφτά για βενζίνη; Ούτε λόγος να γίνεται!

Κάπου εδώ είναι το ζητούμενο. Οι πολιτικοί μας πάντα υποστήριζαν τον κρατικοδίαιτο τομέα, γιατί αυτός τους πρόσφερε το πεδίο δράσεως για την καλλιέργεια του πελατειακού συστήματος. Εδώ διόριζαν τους ανθρώπους τους, εδώ έδιναν εργολαβίες και με αυτές προέβαιναν σε πλήρη εξάρτηση ολόκληρων κλάδων προμηθευτών. Και επειδή η σημερινή κυβέρνηση περισσότερο από κάθε προγενέστερη δεν διάκειται φιλικά στον ιδιωτικό τομέα, γι αυτό η έξοδος από την ύφεση αργεί.