ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ ΜΥΡΟΦΟΡΕΣ ΧΡΙΣΤΟΥ

Του Πολύευκτου Παν. Γεωργακάκη
Πρωτοπρεσβυτέρου του Οικουμενικού Πατριαρχείου
Καθηγητής Ιερέας της Ιεράς Μητροπόλεως Γερμανίας.

Αγαπητοί μου,

το Ιερόν Ευαγγέλιον, που διαβάζεται σε όλες τις Ορθόδοξες Εκκλησίες τη δεύτερη Κυριακή μετά την Ανάσταση του Κυρίου μας θυμίζει το σεμνό όμιλο των Μυροφόρων γυναικών του Χριστού. Εκείνες τις εκλεκτές ψυχές που στάθηκαν κοντά στο Θείο Διδάσκαλο πιστές και αφοσιωμένες μέχρι το τέλος. Μας θυμίζει τη Μαρία Μαγδαλινή, τη Μαρία του Κλωπα και τη Σαλώμη. Τις τρεις αυτές ευλαβικές ψυχές που έδειξαν πιο πολύ αγάπη, θυσία και λατρεία στον Μεγάλο Αγαπημένο τους Χριστό. Μας υπενθυμίζει και τις άλλες τέσσερις: την Ιωάννα, την Μάρθα, την Μαρία και την Σουζάννα. Αλλά και όλες εκείνες τις άλλες, τις ανώνυμες που ακολούθησαν τον Ιησούν σε κάθε περιοδεία και τον υπηρετούσαν.

Αυτές τις καλές ψυχές μας υπενθυμίζει η Ευαγγελική περικοπή την Κυριακή των Μυροφόρων. Και μαζί την όμορφη ιστορία τους. Μια ιστορία που αρχίζει από τη γραφική Γαλιλαία. Γιατι οι πιο πολλές Μυροφόρες από εκεί είναι. Εκεί εγνώρισαν για πρώτη φορά τον καλό Ιησού. Και από τη στιγμή που τον εγνώρισαν δεν τον εγκατέλειψαν ποτέ. Αυτό θα πει καλή γυναίκα. Αφοσίωση μέχρι θανάτου. Σε κάθε περιοδεία του Χριστού ήσαν παρούσες. „Ηκολούθουν αυτώ και διηκόνουν αυτώ“. Και μάλιστα από „των υπαρχόντων αυταίς“. Από τα δικά τους υλικά αγαθά. Με δικά τους χρήματα. Ιδεολογική αφοσίωσις. Αφού έδωσαν την καρδιά τους στο Χριστό, αφού έδωσαν τη σκέψη τους, τη θέλησή τους, ύστερα έδωσαν και τα υπάρχοντά τους και έγιναν Διακόνισσες. Οι πρώτες Διακόνισσες του Κυρίου. Τί τιμή;

Αλλά εκεί που η αφοσίωση των Μυροφόρων φαίνεται πιο πολύ είναι ο Γολογθάς. Όλοι εκεί τον εγκαταλείπουν. Αυτές όμως όχι, ποτέ. Τις διώχνουν οι Ρωμαίοι φρουροί από το Σταυρό, αλλά εκείνες δεν φεύγουν. Μόνο λίγο απομακρύνονται.Περισσότερο δεν μπορόυν. Δεν έχουν δύναμη, δεν έχουν καρδιά. Εκεί μένουν και κλαίνε. Κλαίνε τη σταυρωμένη τους αγάπη. Και όταν αργότερα ο Ιωσήφ και ο Νικόδημος, με άδεια του Πιλάτου, κατεβάζουν από το Σταυρό το τραυματσμένο και ματωμένο Σώμα του Ιησού, αυτές τρέχουν να προσφέρουν τις τελευταίες υπηρεσίες τους. Συγκλονιστική η στιγμή και η σκηνή. Με πόνο που ματώνει τις καρδιές τους, αφαιρούν το ακάνθινο στεφάνι. Με δυσκολία βγάζουν ένα, ένα τα μυτερά αγκάθια που κόλλησαν στο δέρμα Του. Ξεμπλέγουν τα ματωμένα και κολλημένα μαλλιά της κεφαλής Του. Κλείνουν τα μάτια Του. Σφραγίζουν το στόμα Του. Καθαρίζουν όλο το σώμα Του από τις σκόνες και τα αίματα και κλαίνε. Πονεμένες μου Μυροφόρες, πού βρήκατε αυτή τη μεγάλη δύναμη να στέκεσθε στα πόδια; Τα πολλά κιλά αρώματα είναι πολύ ολίγα μπροστά στα δάκρυά τους. Έτσι εκαθάρισαν το σώμα Του. Με δάκρυα και αρώματα. Τυλίγουν ύστερα το σάβανο, ασπάζονται το μέτωπό Του και οι δύο άνδρες με τη σειρά τους τοποθετούν τον μεγάλο Νεκρό στον τάφο. Και έπειτα με σπαραγμούς καρδιάς και με μάτια αναμμένα από αμέτρητα δάκρυα οι χερουβικέςΜυροφόρες γυρίζουν στην πόλη. Αλλά όχι για να ησυχάσουν, αλλά για να αγοράσουν αρώματα και να ξαναγυρίσουν στον τάφο και να αρωματίσουν πάλι το Σώμα του Σωτήρος και ξαναγύρισαν. Ήταν τα χαράματα της Κυριακής. Τότε όμως εδοκίμασαν την πιο χαρούμενη έκπληξη της ζωής τους. Ένας Άγγελος τις ανήγγειλε ότι ο Ιησούς „Ηγέρθη“ και δεν είναι εδώ. Ο Χριστός αναστήθηκε. Τι χαρά; Και η χαρά αυτή γεμίζει τις επόμενες καρδιές τους. Τις καρδιές των Μαθητών, τις καρδιές όλων που αγάπησαν τον Ιησού.

Αυτές είναι οι Μυροφόρες του Χριστού. Αυτή είναι η ιστορία τους. Ιστορία τόσο όμορφη και γλυκιά. Μια ιστορία που συγκινεί, εμπνέει και δημιουργεί νέες Μυροφόρες σε κάθε εποχή και στη σημερινή. Γιατί και σήμερα ανάμεσα στις κοσμικές, μοντέρνες και έξαλλες γυναίκες υπάρχουν και οι Μυροφόρες του Χριστού, λίγες βέβαια. Έστω, όμως υπάρχουν. Ο κόσμος που ζεί χωρίς Θεό δεν τις αγαπά. Μάλιστα τις διώκει με τον πιο σκληρό και άτιμο τρόπο, με την ειρωνεία. Αλλά τι σημασία έχει αυτό; Αυτές ζουν για τον Χριστό. Αρκεί που τις αγαπά ο Χριστός. Αρκεί που τις χαίρονται οι άγγελοι και τις καμαρώνει ο ουρανός. Αλλά με λίγα λόγια ας δούμε αυτές τις σύγχρονες Μυροφόρες του Χριστού. Και ας αποτελέσουν οι φτωχές μας γραμμές ένα μιρκό έπαινο για την καλή και όμορφη ζωή τους.

ΜΥΡΟΦΟΡΟΣ ΕΙΝΑΙ Η ΧΡΙΣΤΙΑΝΗ ΜΗΤΕΡΑ. Αυτή που πρωί-πρωί κάθε Κυριακή, σαν άλλη Μαρία Μαγδαλινή, ξεκινά για την Εκκλησία για να προσφέρει στο Χριστό τα Μύρα της λατρείας και της ευγνωμοσύνης. Αυτή που λιώνει σαν το κερί πάνω στη χριαστιανική διαπαιδαγώγηση των παιδιών της. Στο ημερολόγιο αυτής της μητέρας διάβασαν τα εξής: „…Ξαγρυπνώ με΄σα στο σπίτι σε ένα μικρό ανθρωπάκι και θα ήθελα πολύ να προμαντέψω την τύχη και τους μελλοντικούς του πόθους. Θεέ μου, θα το κάνεις δικό Σου; …Παιδί μου θα γίνεις από εκείνους που ο Ιησούς τους λέγει < ακολούθει μοι > και γίνονται οδηγοί των άλλων;“

ΜΥΡΟΦΟΡΟΣ ΕΙΝΑΙ Η ΧΡΙΣΤΙΑΝΗ ΣΥΖΥΓΟΣ. Η σύζυγος με την ταπείνωση, την καλοσύνη και την υπομονή. Εκείνη που μένει πιστή στον άνδρα της μέχρι θανάτου. Πίστη στην χαρά, πίστη και στον πόνο. Αυτή είναι η τίμια σύζυγος που ξέρει να υπακούει και να αγαπάτον άνδρα της. Αυτή που κάνει το σπίτι της „κατ΄οίκον Εκκλησία“ για να λατρεύεται και εκεί ο Ιησούς της αγάπης.

ΜΥΡΟΦΟΡΟΣ ΕΙΝΑΙ Η ΑΔΕΛΦΗ ΚΑΙ Η ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΗ ΚΟΠΕΛΑ. Η αδελφή που θυμίζει τις αδελφές του Λαζάρου, τη Μάρθα και τη Μαρία. Μια τέτοια αδελφή τίμια και εργατική. Μια ψυχή χωρίς κοτσομπολιό, χωρίς πείσμα, χωρίς θυμό και υπερηφάνεια. Σεμνή και άξια μαθήτρια του Κυρίου.

ΜΥΡΟΦΟΡΟΣ ΕΙΝΑΙ Η ΜΑΘΗΤΡΙΑ. Αυτή που λάπει σαν τον ήλιο με την όμορφη ζωή της. Αυτή που μόνον δύο αγάπες γνώρισε στη ζωή της, την αγάπη στους γονείς της και την αγάπη στον Ιησού. Ταπεινή, ευλαβής και ντροπαλή, μια αφοσιωμένη μαθήτρια του Χριστού.

ΜΥΡΟΦΟΡΟΣ ΕΙΝΑΙ Η ΑΔΕΛΦΗ ΝΟΣΟΚΟΜΟΣ. Ηρωίδα της αγάπης είναι η ψυχή αυτή, άγγελος παρηγοριάς. Άγρυπνη στο προσκέφαλο του αρρώστου, του κάθε αρρώστου. Και στο πρόσωπό του προσφέρει τη μεγάλη αγάπη.

Θα μπορούσαμε να αναφέρουμε κι άλλες Μυροφέρες της θυσίας και της προσφοράς στον σύγχρονο κόσμο. Αρκούμεθα σε αυτές.

Σύγχρονες Μυροφόρες,
μείνατε σταθερές στην πίστη σας. Σταθερές προς την αγάπη σας για τον Χριστό. Μη σας πτοούν οι ειρωνείες του σύγχρονου κόσμου, μη σας επηρεάζει τίποτε το κοσμικό, απολύτως τίποτε, κανένα εμπόδιο, καμία δυσκολία. Μείνατε αλύγιστες, ασάλευτες, γυναίκες και κοπέλες. Μείνατε για πάντα Μυροφόρες, Μυροφόρες του Χριστού.