Χριστουγεννιάτικο …

Μολονότι αυτή η κατανόηση της βαθύτερης ουσίας του θα ‚πρεπε να ‚ναι τόσο αυτονόητη, ώστε να μην τίθεται καν θέμα κατανόησής της… „έγραφα κάπου στο προηγούμενο άρθρο μου. Εκεί αναφερόμουν γενικά στον ελληνικό πολιτισμό, το λαμπρό πολιτισμό μας, σήμερα όμως στην ουσία ενός και μόνο χριστουγεννιάτικου εθίμου έχω επιλέξει να σταθώ. Ενός αιώνιου εθίμου του λαού μας, ενός εθίμου από τα ωραιότερα που ζει κανείς σ‘ αυτήν την υπέροχη πατρίδα. Τόσο ωραίου, ώστε κάθε φορά που δοκιμάζει κανείς να θέσει στα παιδιά το αίτημα: „Πέστε ο καθένας σας μια λέξη που έρχεται στο νου σας μόλις ακούσετε τη λέξη „Χριστούγεννα“, είναι βέβαιο ότι θα ακούσει ως απάντηση -ανάμεσα σ‘ άλλες φυσικά- αυτήν τη λέξη, όχι μονάχα μία, αλλά πολλές φορές: κάλαντα

Και, όπως στην περίπτωση του κατ‘ εξοχήν παραδοσιακού χριστουγεννιάτικου φαγητού της περιοχής μας, οι νοικοκυρές δε σταμάτησαν ποτέ να φτιάχνουν τους πετανόστιμους σαρμάδες μας, έστω και χωρίς να συνειδητοποιούν ότι, τυλίγοντας το σαρμά με το φύλλο της αρμιάς, θυμούνται και τιμούν την Παναγιά μας που φάσκιωσε το νεογέννητο Χριστόν Υιόν της, έτσι και στην περίπτωση του εθίμου των καλάντων τα παιδιά, τα Ελληνόπουλα, δε σταμάτησαν ποτέ να βγαίνουν για να τα πούνε, έστω και αν δε γνωρίζουν τη βαθύτερη ουσία της πράξης τους αυτής, έστω και αν δεν είναι σε θέση να καταλάβουν πόσο σημαντικό είναι αυτό που κάνουν. Και το κάνουν αδιάκοπα μες στους αιώνες, ανεξάρτητα από τις καιρικές συνθήκες που επικρατούν κάθε χρόνο, απτόητα κι από τις πιο τσουχτερές παγωνιές του Δεκέμβρη ειδικά στο δικό μας τόπο…

Κάλαντα, λοιπόν, ή κόλιεντα ή κόλιαντα ή κόλιντα… Έτσι λέγονται τα τραγούδια που έχουν ως στόχο τους να φέρουν ένα μήνυμα. Τα τραγούδια αυτά έχουν εντελώς δικά τους βασικά χαρακτηριστικά:
Πρώτα-πρώτα δεν είναι τραγούδια φτιαγμένα από λόγιους ή ποιητές, αλλά από τον ίδιο το λαό μας, τραγούδια που, καθώς είναι βγαλμένα μέσ‘ από την ψυχή του λαού μας, „που είναι όμοια σε εικόνες, σε έκφραση και σε κάλλος με τ‘ άλλα τα τραγούδια τα δημοτικά, που τα λόγια τους βγαίνουν από το στόμα του λαού, σαν το γάργαρο νερό που κατρακυλάει απ‘ τις πλαγιές της Πίνδου και του Ολύμπου, μιλάνε ολόισια στην ψυχή του ανθρώπου, κάνοντάς τον να τα νιώθει, να τα ζει, να τα χαίρεται“.
Και, μολονότι φτιαγμένα από απλούς ανθρώπους, πολλές φορές οι στίχοι τους είναι τόσο ποιητικοί ώστε συναγωνίζονται ακόμα και τους πιο φροντισμένους στίχους ποιημάτων, φανερώνοντας την ποιητική ψυχή του λαού μας:

„Γραμματικός και λειτουργός και ψάλτης
κι αναγνώστης
έχει τον ουρανό χαρτί,
τη θάλασσα μελάνι
και το μικρό το δάχτυλο κοντύλι για να γράφει“.

Αλλά και:

„Ώσπου να πας
κι ώσπου να ‚ρθεις
κι οπίσω να γυρίσεις
οι στράτες ρόδα γιόμισαν, τα μονοπάτια μόσχο“

λένε, ανάμεσα στ‘ άλλα, τα καστοριανά κάλαντα και είναι στίχοι που συναγωνίζονται σε ποιητικότητα, σε ζωντάνια και ομορφιά ακόμα και τους στίχους μεγάλων ποιητών. Και πρέπει να ξεκαθαρίσουμε κι αυτό… πως τα κάλαντα κατ‘ αρχήν διηγούνται το ιστορικό της γιορτής που ξημερώνει. Έτσι, τα χριστουγεννιάτικα κάλαντα εξιστορούν στην αρχή τους τη γέννηση του Χριστού:

„Τα συχαρίκια μας, κυρά
φάσκιωσεν η Παναγιά
έκανε Χριστόν Υιόν
γεννήθηκε, βαφτίστηκε
στους ουρανούς πετάχτηκε.“

(Από τα μαυροβινά κάλαντα των Χριστουγέννων)

Έχουν, όμως, και επαινετικό χαρακτήρα. Αυτός ο χαρακτήρας (ο επαινετικός) υπάρχει έντονος στα χριστουγεννιάτικα κάλαντα της πόλης της Καστοριάς, που εμείς εδώ στο χωριό μας τα λέμε την παραμονή της Πρωτοχρονιάς:

„Αφέντης μας είναι καλός στον κόσμο ξακουσμένος“

και

„Ένα μικρό μικρούτσικο σπυρί μαργαριτάρι“ και
„Εδώ έχουν κόρη όμορφη, πανέργου θυγατέρα“ και…

Και, εκτός από την εξιστόρηση του γεγονότος που γιορτάζουμε και τον επαινετικό τους χαρακτήρα, περιέχουν πάντοτε και ευχές:

„Ας είν‘ πολλά τα έτη του καλά κι ευτυχισμένα“,

αλλά και

„Καλέ Παναγιώτατε,
Χρυσέ μας Ποιμενάρχα
καλές γιορτές καλή χρονιά καλέ μας Ιεράρχα
πολλά τα έτη Δέσποτα
να είναι ευτυχισμένα
μαζί να τα περάσουμε καλά κι αγαπημένα“,

όπως εύχονται οι Καστοριανοί στον εκάστοτε Μητροπολίτη τους.

Βεβαίως υπάρχει και το ζήτημα της αμοιβής. Μόνο που η αμοιβή δεν ήταν ο κύριος σκοπός των καλαντιστών. Ο κύριος σκοπός τους ήταν πάντοτε η παρέα, η συνεύρεση με την παρέα. Γι‘ αυτό οι καλαντιστές δεν εισέπρατταν ξεχωριστά τα φιλοδωρήματά τους, στην αρχή όχι χρήματα, αλλά ψωμάκια, κάστανα, καρύδια, μήλα, κυδώνια, κρασί, λουκάνικα και ό,τι άλλο χρειάζεται για το ομαδικό φαγοπότι και το τσιμπούσι που ακολουθούσε. Αυτή ήταν η μεγαλύτερη χαρά των καλαντιστών, τα κοινά γλέντια, η κοινή διασκέδαση της παρέας. Σήμερα οι καλαντιστές που εισπράττουν χρήματα θα ‚πρεπε κανονικά να έχουν ταμείο κοινό και στο τέλος να ακολουθεί η μοιρασιά.

Έπειτα είναι και η επικοινωνία. Όχι μονάχα με την παρέα, αλλά και με τα άλλα μέλη της κοινότητας, με τα οποία είναι επίσης πολύ δεμένοι οι καλαντιστές. Γι‘ αυτό και έλεγαν στο κάθε σπιτικό και άλλα λόγια, άλλα για τον παπά, άλλα για τον μορφωμένο, άλλα για το σπίτι που έχει ανύπαντρο κορίτσι ή ξενιτεμένο ή μικρό παιδί… Αυτό προϋποθέτει το δέσιμο των μελών της κοινότητας μεταξύ τους. Γι‘ αυτό και τα κάλαντα χάνουν το νόημά τους όταν χάνεται αυτή η προσωπική σχέση του καλαντιστή με το νοικοκύρη.

Κι ας μην ξεχνάμε ότι οι ιδανικοί καλαντιστές είναι τα παιδιά. Τα παιδιά κουβαλάνε μες σ‘ ολόκληρους αιώνες αυτήν ειδικά την Παράδοση -από ευγνωμοσύνη, θαρρείς, προς τον Χριστό που τα ευλόγησε όταν ήταν εδώ στη γη και τα ξεχώρισε απ‘ όλα τα ανθρώπινα πλάσματα της γης, γι‘ αυτόν το λόγο και αυτά εκφράζουν τη ευγνωμοσύνη τους κάθε φορά που γεννιέται ο Χριστός, όση παγωνιά κι αν είναι απλωμένη τριγύρω τους…
„Τα παιδιά, που ολοκάθαρα και φροντισμένα ξεκινούν το πρωί με το χειμωνιάτικο κρύο, παρατώντας το χουζούρι των σχολικών διακοπών τους, και φτάνουν ως την πόρτα μας για να τα „πουν“, ας είναι καλόδεχτα και καλοπληρωμένα…“.

Και όπως πρέπει πληρωμένα από εμάς τους μεγάλους, που κουκουλωμένοι με τα ζεστά μας παπλώματα, ακούμε τις φωνές τους μες στο ξημέρωμα και νιώθουμε σαν να έχουν ανοίξει οι ουρανοί και πως οι άγγελοι ανεβοκατεβαίνουν για άλλη μια φορά, ψάλλοντάς μας ένα άλλο „Δόξα εν Υψίστοις…“

Στους „αξημέρωτους“ καλαντιστές του Δημοτικού Σχολείου Μαυροχωρίου.
Η δασκάλα τους
Σόνια Ευθυμιάδου-Παπασταύρου

 *Πρώτη δημοσίευση στην καστοριανή εφημερίδα ΟΔΟΣ τον Δεκέμβριο του 2007.
Τιμητική αναδημοσίευση από την εφημερίδα της Ομογένειας  TRIGONO.info
με τη σημείωση πως το Σχολείο μας συνεχίζει τα «αξημέρωτα» κάλαντα αδιάκοπα από το 1994, δηλ. εδώ και 25 χρόνια!