Σύγχρονα ιστορικά γεγονότα όπως αποτυπώνονται σε κείμενα και δημοσιεύματα του «Ελληνικού Κέντρου Πολιτισμού Μόσχας».

ΚΕΝΤΡΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

ΔΩΡΑ ΓΙΑΝΝΙΤΣΗ

Επιλογή υλικού-σύνταξη-επιμέλεια:
Θεοδώρα Γιαννίτση
Διευθύντρια Κέντρου Ελληνικού Πολιτισμού

H διατήρηση και ο σεβασμός της ιστορικής μνήμης αποτελούν καθοριστικό παράγοντα για τη βιωσιμότητα κοινωνιών και εθνών τόσο μεμονωμένα όσο και στο σύνολό τους, εφόσον εξασφαλίζουν τη συνέχεια της παράδοσης και του πολιτιστικού κληροδοτήματος, αλλά και την αρμονική ύπαρξη και συνύπαρξη εθνών, στα πλαίσια πάντα κρατικών δομών που διέπονται από το κράτος δικαίου. Ο σεβασμός, η δικαίωση της ιστορικής μνήμης και η αποκατάσταση της ηθικής τάξης πραγμάτων δεν είναι, ή μάλλον δεν πρέπει να είναι, έννοιες επιλεκτικές, αλλά καθολικές. Παρ΄όλα αυτά σήμερα, από τη διεθνή κοινότητα, εκκρεμεί η αναγνώριση της γενοκτονίας του ελληνικού-χριστιανικού πληθυσμού του Πόντου, της Μικράς Ασίας αλλά και της ενδοχώρας της Ανατολίας,  την περίοδο 1908-1923.

Ιστορική αναδρομή

Η αφετηρία της παρουσίας του Ελληνισμού του Εύξεινου Πόντου, ξεκινά από το μύθο [9ος άθλος Ηρακλή, Θησέας, Τελαμώνας και ζώνη της Ιππολύτης, της βασίλισσας των Αμαζόνων. Προμηθέας Δεσμώτης και Αργοναυτική Εκστρατεία] και αναπτύσσεται στην ιστορική πραγματικότητα, από την εποχή του Μεγάλου Εποικισμού και της δημιουργίας ελληνικών πόλεων-αποικιών σε όλη τη λεκάνη της Παρευξείνιας Ζώνης.  [Σινώπη (785 π. Χ), η Τραπεζούντα (756 π.Χ), η Κερασούντα (700 π.Χ), η Αμισός (Σαμψούντα- 600 π.Χ), η Οδησσός, ο Βαθύς Λιμένας (Βατούμ), η Διοσκούρια (Σοχούμι), η Πιτιούντα, η Αρχαιόπολις (Νοκολακέβι), τα Κοτύωρα (Ορντού), η Τρίπολη, η Αμάσεια, η Ιωνόπολη (Ινέμπολη), η Χερσόνησος, το Παντικάπαιον, Mυρμηκία και άλλες].

Ο Φίλιππος ο Β΄ οργάνωσε τον Εύξεινο Πόντο σε μακεδονική επαρχία, ενώ η αυτοκρατορία του Μεγάλου Αλέξανδρου περιελάμβανε τον νοτιοδυτικό Εύξεινο Πόντο, εκτός από τη Βιθυνία και την Παφλαγονία. Ο Μιθριδάτης ΣΤ΄ ο Ευπάτωρ Ο Μιθριδάτης ΣΤ΄ Ευπάτωρ Διόνυσος (Αμάσεια132 π.Χ. – Παντικάπαιον63 π.Χ.) ήταν βασιλιάς του Πόντου και της Μικράς Αρμενίας στη βόρεια Μικρά Ασία (στη σημερινή Τουρκία) από το 120 π.Χ.έως το 63 π.Χ.. και το κράτος που δημιούργησε αποτέλεσε το ανάχωμα στη Ρώμη και τις πολιτικές και οικονομικές της βλέψεις για την περιοχή.

Στη Ρωμαϊκή περίοδο διαδίδεται ο Χριστιανισμός από τους απόστολους Ανδρέα και Πέτρο, ενώ τα χριστιανικά μοναστήρια αποτελούν εστίες πίστης και εθνικής συνείδησης (Μονή του Αγίου Ιωάννη του Βαζελώνος, Παναγίας Σουμελά, Αγίου Γεωργίου του Περιστερεώτα).

Η Aυτοκρατορία της Τραπεζούντας υποτάχθηκε το 1461, οχτώ χρόνια μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς και ακολουθεί μία περίοδος καταναγκαστικού εξισλαμισμού, στο πλαίσιο της οποίας διαορφώνεται το φαινόμενο του κρυπτοχριστιανισμού.

Όσον αφορά τη θέση του μη μουσουλμανικού πληθυσμού, η ανισότητα ήταν έκδηλη σε μια σειρά από πολιτικούς και νομικούς περιορισμούς (απαγόρευση γάμου με μουσουλμάνα, μαρτυρία χριστιανού σε βάρος μουσουλμάνου δεν λαμβανόταν υπόψη από τα δικαστήρια, ταπεινωτικές πρακτικές στον τρόπο ενδυμασίας, κατασκευής οικιών, χαιρετισμού κ.λπ.).

  Περί τα μέσα του 19ου αι., υπό την πίεση των ευρωπαϊκών δυνάεων, η Πύλη αναγκάζεται να υπογράψει δύο Χάρτες, τη Γκιουλχανέ (ή «Χάτι Σερίφ»)  το 1839 και τη Χουμαγιούν του 1856, που ουσιαστικά εξισώνει όλα τα έθνη της Αυτοκρατορίας ως προς  τα δικαιώματά τους. Τότε, ωστόσο, ο μουσουλμανικός πληθυσμός της Αυτοκρατορίας αισθάνθηκε ότι έχανε την αίσθηση της ανωτερότητας που είχε έναντι των απίστων, καθώς και το δικαίωμα να κυβερνούν μόνο οι μουσουλμάνοι.

Η οικονομική άνθιση του Ελληνισμού στην περιοχή του Εύξεινου Πόντου και της Μικράς Ασίας είχε ως αποτέλεσμα την πνευματική και καλλιτεχνική αναγέννηση και συνδυάστηκε με τη δημογραφική άνοδο. Το 1865 οι Έλληνες του Πόντου ανέρχονταν σε 265.000 άτομα, το 1880 σε 330.000 άτομα οι οποίοι κατοικούσαν κυρίως στα αστικά κέντρα, ενώ την ίδια περίοδο στη νότια Ρωσία, στην περιοχή του Καυκάσου, κατοικούσαν περίπου 150.000 Πόντιοι, που είχαν μετοικίσει εκεί μετά την άλωση της Τραπεζούντας το 1461. Ο Ποντιακός Ελληνισμός που ζούσε στα τέλη του 19ου αιώνα αριθμούσε, σύμφωνα με υπολογισμούς του Οικουμενικού Πατριαρχείου και των Οθωμανικών αρχών 600.000 άτομα περίπου, ενώ σύμφωνα πάντα με τις ίδιες πηγές το 1914 τους ανέβαζε σε 700.000. Σε όλο το οθωμανικό κράτος οι Έλληνες ήταν πάνω από 2.600.000.

Το χρονικό της Μικρασιατικής Καταστροφής 1922

Στα τέλη του 19ου αι.  μερικοί νέοι σπουδαστές της Στρατιωτικής Ιατρικής Ακαδημίας στην Κωνσταντινούπολη, φωτεινά μυαλά, πίστευαν ότι μόνο με την απόλυτη ισότητα, ελευθερία και δικαιοσύνη θα μπορούσε να σωθεί η Αυτοκρατορία, αναπτύσσοντας το αίσθημα της αδελφότητας μεταξύ μουσουλμάνων και μη μουσουλμάνων. Έτσι, το 1887 ίδρυσαν μια μυστική οργάνωση με την επωνυμία «Κομιτάτο Ένωση και Πρόοδος». Ο σουλτάνος διέλυσε το κομιτάτο αυτό το 1897. Όμως, αυτό μετέφερε την έδρα του στο Παρίσι, όπου εξέδιδε μια εφημερίδα, τη «Νέα Τουρκία», και από αυτήν ονομάστηκαν οι οπαδοί «Νεότουρκοι».

Στην οργάνωση εντάχθηκαν και πολλοί Έλληνες και Αρμένιοι. Μάλιστα στο συνέδριο του κομιτάτου στο Παρίσι το 1902, επικράτησε η πλέον ριζοσπαστική, δημοκρατική τάση υπό τον πρίγκιπα Σαχαμπετίν με τους ψήφους των Ελλήνων και Αρμενίων αντιπροσώπων. Όμως, η άλλη τάση, στην οποία ανήκαν οι πλέον ξενόφοβοι, όπως ο δόκτορας Μεχμέτ Ναζίμ, ο δόκτορας Μπαχαετίν Σακίρ, και ο Αχμέτ Ριζά, έδειξε στο επόμενο συνέδριο, του 1907, ότι η δύναμή τους αυξήθηκε, και ότι οι διαφορές τους σχετικά με τις αρμενικές απόψεις παρέμειναν αγεφύρωτες.

Παραταύτα, το κομιτάτο των Νεοτούρκων, παρ΄όλες τις διαφορές των δύο τάσεων, κατάφερε να πάρει την εξουσία, με την επανάστασή του, τον Ιούλιο του 1908. 

Η γενοκτονία των Ελλήνων της Ανατολής

Η πρώτη φάση της Γενοκτονίας ξεκινά το 1908 και κρατά μέχρι την έναρξη του Α’Παγκοσμίου Πολέμου, όταν το Ανατολικό ζήτημα, η άνοδος των Νεότουρκων, οι Βαλκανικοί Πόλεμοι και η είσοδος της Γερμανίας ως στρατηγικού εταίρου του Οθωμανικού κράτους, δημιούργησαν τις συνθήκες για την έναρξη των διωγμών των Ελλήνων της Ανατολής.

Η δεύτερη περίοδος ξεκίνησε το 1914, όταν οι συγκρούσεις του πρώτου παγκοσμίου πολέμου αναβάθμισαν την πολιτική της γενοκτονίας. Η κυβέρνηση των Νεότουρκων διατάσσει ένα σύνολο επιχειρήσεων που θα συνεχίσουν την εξάλειψη των Ελλήνων της Ανατολής. Η διαταγή του επικεφαλής του οθωμανικού στρατού Γερμανού διοικητή Liman von Sanders για εκκένωση περιοχών από Έλληνες, υπό το πρόσχημα στρατιωτικών αναγκών, είναι χαρακτηριστική. Τα τάγματα εργασίας, ως αποτέλεσμα του νόμου του 1909 περί στράτευσης των χριστιανών, η επιστράτευση του 1914 και οι εκτοπίσεις στα βάθη της Ανατολίας, οδηγούσαν στην φυσική εξόντωση των Ελλήνων.

Η περίοδος 1919-1923 αποτελεί την τρίτη, την τελευταία και την πιο έντονη φάση γενοκτονίας, όταν η εδραίωση του Μουσταφά Κεμάλ στο οθωμανικό εσωτερικό συμπίπτει με την ελληνική παρουσία στη Σμύρνη και τη Θράκη, με το Ελληνικό Εκστρατευτικό Σώμα, καθώς και την αλλαγή στους προσανατολισμούς στην εξωτερική πολιτική των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων.

Η ύστατη περίοδος της Γενοκτονίας σηματοδοτείται από την τραγικότερη, ίσως, σελιδα στην ιστορία του Ελληνισμού, την καταστροφή της Σμύρνης και την καταναγκαστική εξολόθρευση όλων των Ελλήνων από τα βάθη της Ανατολής, που συσσωρεύστηκαν στη Σμύρνη τις μαρτυρικες ημέρες του Σεπτέμβρη του 1922.   Τον Αύγουστο του 1922 ο τουρκικός στρατός διασπά τις ελληνικές γραμμές, μπαίνει στη Σμύρνη (9 Σεπτεμβρίου 1922), την πυρπολεί και σφάζει τους κατοίκους της μπροστά στα απαθή βλέμματα των ξένων στρατιωτών, Γάλλων, ΄Αγγλων, Αμερικανών και Ιταλών. Μεταξύ των θυμάτων συγκαταλέγεται και ο μητροπολίτης Σμύρνης Χρυσόστομος, που δε θέλησε να εγκαταλείψει τη Σμύρνη και τον ελληνικό πληθυσμό. Όσοι από τους κατοίκους δε σκοτώθηκαν ή δεν πρόλαβαν να αναχωρήσουν με πλοία, αιχμαλωτίστηκαν και στάλθηκαν σε στρατόπεδα εργασίας στην ενδοχώρα της Μικράς Ασίας. Οι περισσότεροι εξοντώθηκαν από την πείνα και τις κακουχίες.

Βάσει των τουρκικών δημογραφικών στοιχείων, οι Έλληνες υπό την Οθωμανική Αυτοκρατορία το 1914 ήταν 2.700.000. Με βάση του αριθμού των επιζησάντων (1.221.000), τα θύματα θα πρέπει να υπολογίζονται από 1,3 έως 1,5 εκατομμύρια.