OI ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΕΣ
ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΟΙ ΚΗΡΥΚΕΣ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΙΣΜΟΥ

[Γράφει ο αν. καθηγητής Δρ. Δημήτρης Μπενέκος]

Κάθε χρόνο, όταν πλησιάζει η γιορτή των τριών Πατέρων της Χριστιανικής θρησκείας (30 Ιανουαρίου), θυμούμαστε να μιλήσουμε για το έργο τους, αποκαλώντας τους προστάτες της παιδείας. Ας ανακαλέσουμε στη μνήμη μας, πρώτα απ’ όλα τα ονόματά τους. Πρόκειται για τον Βασίλειο τον Μέγα, τον Ιωάννη Χρυσόστομο και τον Γρηγόριο τον Θεολόγο, και οι τρεις τους πολυμαθέστατοι που έζησαν κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες, όταν ακόμη δεν είχε καταλαγιάζει το κύμα των διωγμών εκ μέρους των Εθνικών (ειδωλολατρών) σε βάρος των Χριστιανών.

Οι δύο θρησκείες, η του αρχαίου κόσμου και η νέα, των Χριστιανών συγκρουόταν  με εκατέρωθεν φανατισμό. Μέσα σ’ αυτή τη ρευστή ιστορικά και πνευματικά κατάσταση της Ρωμαϊκής-Βυζαντινής Αυτοκρατορίας με απρόβλεπτες γεωγραφικές, πληθυσμιακές και κοινωνικές ανακατατάξεις αφήνουν το στίγμα τους οι τρεις Ιεράρχες, τρία πρόσωπα-σύμβολα μιας εποχής, των οποίων η ελληνική τους παιδεία τους ανήγαγε σε ενσαρκωτές του ελληνοχριστιανισμού, σε μία για την εποχή εκείνη τολμηρή σύνθεση και δημιουργική συγχώνευση του Ελληνισμού και του Χριστιανισμού.

             Οι Τρεις Ιεράρχες που είχαν σπουδάσει την αρχαία φιλοσοφία και τα ελληνικά Γράμματα στην Αθήνα και Αντιόχεια, αντιλήφθηκαν την πνευματικότητα και τη σημασία της ελληνικής παιδείας για τον ανθρώπινο πολιτισμό και τη δυναμική που θα κέρδιζε με τη σύζευξη με τη χριστιανική αρετή.

             Το εγχείρημά τους εκείνα τα χρόνια, και μάλιστα όταν οι φανατισμένοι οπαδοί της νέας θρησκείας ετοιμάζονταν να διακόψουν κάθε δεσμό, όχι μόνο με αυτή καθαυτή την ειδωλολατρία αλλά και με ό,τιδήποτε θύμιζε την αρχαία ελληνική σκέψη και την ελληνική πνευματική κληρονομιά.

             Εδώ, πρώτος ο Μέγας Βασίλειος παρότρυνε μια πρώτη προσεκτικά πρακτική προσέγγιση των δύο κοσμοθεωριών, «μπορούμε, έγραψε, να πλησιάζουμε τα κλασικά ειδωλολατρικά έργα, όπως πλησιάζουμε μια τριανταφυλλιά. Να κόβουμε τα λουλούδια της αποφεύγοντας τα αγκάθια».

             Και οι τρεις αγωνίστηκαν για την πνευματική θεμελίωση της νέας θρησκείας με τη διατήρηση του ελληνικού πνεύματος, την αγωγή των νέων γενεών του τότε Ελληνισμού και την ανθρωπιστική, φιλανθρωπική επέμβαση για να απαλύνουν την ανθρώπινη δυστυχία. Για το τελευταίο παρακαλούν τον Θεό να βοηθήσει τους ανθρώπους που παντού υποφέρουν (χήρες, ορφανά, δούλους, αιχμαλώτους, αρρώστους, πρόσφυγες κλπ.)  με ευχές τρόμου για την αποφυγή απροσδόκητων συμφορών: «Ρύσαι Κύριε την πόλιν ταύτην και πάσαν πόλιν και χώραν από λιμού (=πείνα), λοιμού (=θανατηφόρα επιδημία), σεισμού, καταποντισμού, πυρός, μαχαίρας, επιδρομής αλλοφύλων, εμφυλίου πολέμου και αιφνιδίου θανάτου…»

             Δεν περιορίστηκαν σε ευχές αλλά πολύ γρήγορα πέρασαν σε έργα. Ιδιαίτερα ο Βασίλειος παρουσίασε τεράστια φιλανθρωπική δράση, βλέποντας γύρω του την ανθρώπινη δυστυχία στο αποκορύφωμά της, γεγονός που συμπυκνώνει σε ευχή του και δείχνει τις τρομερές δυσκολίες και δυσχέρειες που ζούσε ο κόσμος της εποχής του: «Μνήσθητι, Κύριε, των εν ερημίαις και όρεσι και σπηλαίοις και ταις οπαίς της γης…»

             Κλείνοντας την σύντομη αυτή αναδρομή επιστρέφω στη σημασία  που έχει η παρουσία των τριών αυτών «φωστήρων» και αγωνιστών της Χριστιανοσύνης στη νέα ελληνική ζωή. Εδώ θα κλείσω με τις διαπιστώσεις του αείμνηστου καθηγητή Λαογραφίας Δημητρίου Λουκάτου: «Με την προσωπική σκέψη τους ενισχυμένη από το φως των Αθηναϊκών Σχολών, από τη γοητεία των λόγων του Ευαγγελίου και από την πνευματική πειθώ των Επιστολών του Παύλου, οι Τρεις Ιεράρχες έκαμαν ελληνικότερη τη χριστιανική διδασκαλία και κατηύθυναν προς την ελληνική πνευματικότητα τη βυζαντινή σοφία. Η Ανατολική Εκκλησία οφείλει τον ελληνικό χαρακτήρα της στους πρώτους Ιεράρχες της, που την έκαμαν επίσης ικανή να κρατήσει, στο διάστημα των αιώνων και της Τουρκοκρατίας, το βάρος της ελληνικής παιδείας, σχεδόν μόνη της… Όλη η ζωή και η διδασκαλία των Τριών Ιεραρχών ήταν μια προσπάθεια αγωγής αλλά και ευημερίας του ελληνοβυζαντινού κόσμου. Και αυτό είναι το μεγάλο μυστικό της παιδείας των Ιεραρχών, ότι δεν στηριζόταν μόνο στα γράμματα, στα κείμενα και στην επιμελή φοίτηση, αλλά στηριζόταν και στην αγάπη του ανθρώπου για τον άνθρωπο

(Prof. Dr. Dimitrios Benekos)